Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Στάθης Καλύβας
Η επιμονή του επικηρυγμένου

Τ​​ι νόημα έχει να γράφεις εάν αυτά που γράφεις είναι κλισέ από δεύτερο χέρι; Τι νόημα έχει να μιλάς, εάν με αυτά που λες απλώς παχαίνεις το πάπλωμα των βεβαιοτήτων κάτω από τις οποίες αναπαύεται η επικρατούσα σκέψη; Από αυτό το ερώτημα φαίνεται να ξεκινάει πάντα ο Στάθης Καλύβας. Από αυτό προέκυψε και το παραδαρμένο άρθρο του για τη χούντα και την «παράδοξη κληρονομιά» της. Δεν είχε σκοπό, λέει, να παραδώσει ένα τελειωμένο επιστημονικό πόρισμα. Σκοπός του ήταν να προβεί σε ένα διανοητικό πείραμα.

Ο θόρυβος που ξέσπασε προσπέρασε το πείραμα και παροχετεύθηκε στα συνήθη ερωτήματα: Ποιος είναι αυτός που γράφει; Τι θητεία έχει; Ποια ατζέντα εξυπηρετεί; Στον Καλύβα δεν συνέβη, βέβαια, για πρώτη φορά. Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, από τότε που ασχολήθηκε με τον Εμφύλιο, ο καθηγητής ήταν σεσημασμένος από τους φύλακες της αριστερής ορθοδοξίας. Οι αντιδράσεις δεν τον πτόησαν. Απτόητος, όμως, δεν σημαίνει ανεπηρέαστος. Ακόμη κι όταν δεν παραδίδεται, ο επικηρυγμένος δεν μπορεί να αγνοήσει την επικήρυξή του. Ετσι και ο Καλύβας, πριονίζοντας ακούραστα τις δογματικές αγκυλώσεις των επικριτών του, καταλήγει να ανταποκρίνεται στις μισαλλόδοξες ορέξεις τους. Αυτή τη φορά, πάντως, δεν ξεσηκώθηκαν μόνον όσοι λατρεύουν να τον μισούν. Ξεσηκώθηκε και ένα κύμα διαφωνίας από εκείνους που ένιωσαν την ανάγκη να υπερασπιστούν τη μνήμη τους από βέβηλες αναψηλαφήσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πάντως, η ένταση της αντίδρασης δεν επέτρεψε στους διαφωνούντες να διακρίνουν με τι ακριβώς διαφωνούν. Δεν τους επέτρεψε να ρωτήσουν τον Καλύβα πώς ακριβώς η χούντα «επιτάχυνε» τον «πολιτισμικό και αξιακό» εκσυγχρονισμό της κοινωνίας; Μήπως ο εκσυγχρονισμός αυτός θα ήταν ταχύτερος χωρίς τον «γύψο» που, αν και πορώδης, επιβράδυνε τη ροή των δυτικών ρευμάτων;

Μήπως η άποψη ότι «ο Ιούλιος του ’74 δεν θα είχε υπάρξει χωρίς τον Απρίλιο του ’67» συνιστά έναν εκ των υστέρων κατασκευασμένο ντετερμινισμό; Μήπως τακτοποιεί σε σχέση αιτιότητας τα αντίθετα: Την ωρίμαση των δημοκρατικών θεσμών με την πραξικοπηματική αναστολή τους;

Μήπως πριν από τις παράπλευρες ωφέλειες –όπως ο βίαιος «εκδημοκρατισμός της Δεξιάς»– επείγει ακόμη να φωτιστούν τα τοξικά ιζήματα που άφησε η χούντα στο συλλογικό υποσυνείδητο; Μήπως το μεταπολιτευτικό κράτος δεν μπορούσε να λειτουργήσει πλήρως, παρότι είχε δημοκρατικά νομιμοποιηθεί, επειδή το παρέλυε μια ανεκρίζωτη καχυποψία· μια δυσπιστία έναντι των θεσμών, που θα είχε θεραπευτεί μετεμφυλιακά εάν δεν την είχε παροξύνει η χούντα;

Μήπως η κουλτούρα «αντίστασης» που τροφοδότησε η δικτατορία κακοφόρμισε –όταν η κοινωνία είχε πια ξεχάσει από τι είχε χειραφετηθεί– σε υπονόμευση κάθε δημοκρατικής αρχής; Μήπως οι Αρχές –η εκπαίδευση, η εφορία, η αστυνομία– θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εάν δεν τις είχε γενετικά στιγματίσει η χούντα; Μήπως η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία γεννήθηκε χωλή επειδή, όντως, μαμή της ήταν η δικτατορία;

Κώστας Γαβρόγλου
Ασυλοφρουροί στο άδειο κέλυφος

Α​​​​υτός. Ναι, αυτός. Ο Γαβρόγλου. Αυτός θα σώσει το πανεπιστήμιο». Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών δεν έκανε πλάκα. Μπορεί να ανήκει σε εκείνους που είχαν στηρίξει τον νόμο Διαμαντοπούλου, μπορεί να αντιστέκεται, όσο μπορεί κανείς να αντισταθεί, στη ρουτίνα του χάους που έχει επιβάλει ο συνδικαλισμός στο πανεπιστήμιό του, αλλά για τον Γαβρόγλου σοβαρολογούσε: Αυτός είναι η ελπίδα, έλεγε. Τι ακριβώς εννοούσε; Οτι σε έναν οργανισμό ημιθανή, όπως το δημόσιο πανεπιστήμιο, η ευθανασία που επιχειρεί ο υπουργός Παιδείας με το νομοσχέδιό του μπορεί να αποβεί εν τέλει λυτρωτική.

Οι καθηγητές που είχαν πιστέψει σε μια εξωστρεφή τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκονται πλέον επέκεινα της απόγνωσης. Οσοι μπορούν φεύγουν έξω. Το ίδιο κάνουν και οι φοιτητές τους που έχουν λεφτά μόλις πάρουν το πρώτο πτυχίο. Η γενιά που συνταξιοδοτείται δεν φροντίζει, λένε, όπως οι παλαιότερες, για τη διαδοχή της. Δεν εκδηλώνεται ούτε καν η ματαιοδοξία να αφήσει κάποιος φεύγοντας το αποτύπωμά του στη σχολή του. Κανείς δεν αγωνιά πια για τίποτε. Κανείς δεν ελπίζει τίποτε, παρά μόνο στην καταστροφή.

Ως καταστροφή ορίζεται η παλινόρθωση του ’82 που επιχειρεί ο Γαβρόγλου. Τα πολιτικά της κίνητρα δεν έχουν σημασία για όσους εργάζονται στο πανεπιστήμιο. Είτε θέλει να κολακέψει τους δεκαεφτάρηδες ψηφοφόρους, είτε εκπληρώνει πελατειακά μνημόνια με τους συνδικαλιστές, είτε κινείται από καθαρή ιδεοληψία, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει: Το αποτέλεσμα είναι ότι τα περισσότερα μεταπτυχιακά οδηγούνται σε αναγκαστικό κλείσιμο· ότι τα ιδρύματα επιχειρείται να εγκλωβιστούν σε ένα κέλυφος γραφειοκρατίας και απομόνωσης· ότι η πανεπιστημιακή ζωή επαφίεται στη ρώμη αυτών που ο υπουργός φαντάζεται σαν αυτόκλητους ασυλοφρουρούς.

Πώς μπορεί αυτή η καταστροφή να είναι δημιουργική; Η απάντηση έρχεται υπό τύπον ερώτησης: «Αν έρθει αύριο η Microsoft και φτιάξει ένα πρόγραμμα σπουδών με τέσσερα χιλιάρικα δίδακτρα τον χρόνο, τι πιστεύεις ότι θα γίνει; Δεν θα γίνει συνωστισμός;». Το σκεπτικό είναι ότι αυτό που δεν κατόρθωσαν τα μεταρρυθμιστικά και αντιμεταρρυθμιστικά κύματα της μεταπολίτευσης, το επιβάλλει ήδη η ζωή, παρακάμπτοντας το δημόσιο πανεπιστήμιο. Τα λίγα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που δίνουν πανεπιστημιακούς τίτλους σπουδών, θα γίνονται κάθε χρόνο και περισσότερα, οδηγώντας τα δημόσια ΑΕΙ στο περιθώριο. Το ανεπίδεκτο μεταρρύθμισης πανεπιστήμιο θα έχει έτσι ελπίδες ανοικοδόμησης μετά την κατεδάφιση.

Πρόκειται μάλλον για γραμμική πρόβλεψη. Για αφήγηση που παρασιωπά τις φουρνιές που είτε θα φύγουν οριστικά είτε θα μείνουν για να πάρουν ένα πτυχίο χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν σπουδάσει. Πρόκειται για σενάριο που αγνοεί ότι, μέχρι στιγμής, σε πολλά κύτταρα της οικονομίας και της κοινωνίας η καταστροφή που προκάλεσε η κρίση δεν είναι δημιουργική. Η καταστροφή είναι καταστροφή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ