ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Γιάννης Σπανός: «Η απλότητα κρύβει δύναμη, ενώ η μεγαλομανία, αδυναμία»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα ταξίδι-δώρο του πατέρα του στην Ευρώπη στάθηκε η αφορμή για να ζήσει ο Γιάννης Σπανός 15 χρόνια στο Παρίσι, να γίνει ακομπανιατέρ σε πολλούς τροβαδούρους της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, όπως ο Σερζ Γκενσμπούργκ. Αλλά και να ακούσει τραγούδια του από τη μούσα του υπαρξισμού, Ζιλιέτ Γκρεκό, την υπέροχη Πία Κολόμπο, ακόμη και από την απρόσιτη τότε, αλλά απίστευτα σέξι Μπριζίτ Μπαρντό, η οποία τραγούδησε το «Sidonie». Πολλές ήταν οι συνεργασίες αυτού του εξαίρετου μελωδού με Γάλλους καλλιτέχνες πριν αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα οριστικά και να μπολιάσει το τραγούδι της εποχής με την κοσμοπολίτικη μουσικότητά του.

Σχεδόν έξι δεκαετίες στον χώρο της μουσικής, ο Γιάννης Σπανός έγραψε ορισμένα από τα πιο μελωδικά τραγούδια. «Σαν με κοιτάς», «Οδός Αριστοτέλους», «Ανθρωποι μονάχοι», «Μαρκίζα», «Μια αγάπη για το καλοκαίρι» και πόσα ακόμη. «Ούτε κατάλαβα τη διαδρομή», λέει στην «Κ». «Δεν μου αρέσει να αναπολώ. Δεν κοιτάζω παλιές φωτογραφίες, ούτε διαβάζω τι έγραφαν για μένα. Αποφεύγω την παγίδα της νοσταλγίας γιατί θέλω να ζω ό,τι συμβαίνει γύρω μου. Μου αρέσει να νιώθω το σήμερα».
Ετσι ξεκινάμε τη συζήτηση με αφορμή τη συναυλία του στο θέατρο Βράχων στις 3 Ιουλίου. Μαζί του θα είναι πολλοί καλλιτέχνες (Δώρος Δημοσθένους, Ελένη Δήμου, Πέγκυ Ζήνα, Γιάννης Ζουγανέλης, Παντελής Θαλασσινός, Αλέκα Κανελλίδου, Κώστας Καραφώτης, Κοσμάς Κοκόλης, Κατερίνα Κούκα,  Μανώλης Μητσιάς,  Πένυ Ξενάκη,  Λάκης Παπαδόπουλος, Κώστας Τζιαγκούλας, Τάνια Τσανακλίδου, Κώστας Χατζής και ο Γρηγόρης Βαλτινός) για να ακουστεί, όπως λέει, «όλη η γκάμα των τραγουδιών μου».

Συναυλίες δεν δίνει συχνά, κι αυτές, κυρίως, τα καλοκαίρια. Δεν του αρέσουν τα μεγάλα μαγαζιά, εξακολουθούν να τον γοητεύουν οι χώροι που προκαλούν μια οικειότητα ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό. «Στους μεγάλους χώρους δεν μπορείς να παίζεις ακουστική μουσική, πρέπει να προσαρμόζεσαι στον χαρακτήρα τους. Ασθάνομαι αμήχανα, γι’ αυτό τους αποφεύγω».

Η δεκαετία του ’60 ήταν η πιο ανέμελη εποχή. «Ολοι ήμασταν μικροί, μαζί με τα παιδιά του “νέου κύματος”, την Καίτη Χωματά, την Πόπη Αστεριάδη… Επειτα δούλεψα με τα θηρία όπως ήταν ο Κόκκοτας, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Βίκυ Μοσχολιού. Ηταν σαν να ζούσα ένα μεγαλείο εκείνα τα χρόνια στην Columbia, εκεί έγινε η επαφή μου με το λαϊκό τραγούδι με καλλιτέχνες που άκουγαν σαν μαθητές». Το ξεκίνημά του βέβαια έγινε στη Γαλλία όπου εργάστηκε επί 15 χρόνια. «Στο Παρίσι έμαθα πόσο μεγάλο όπλο είναι η απλότητα. Η απλότητα κρύβει δύναμη, ενώ η μεγαλομανία, αδυναμία». Για χάρη της μουσικής εγκατέλειψε τη Νομική, που έτσι κι αλλιώς τη διάλεξε μόνο για τον πατέρα του. Ο νεαρός πιανίστας από το Κιάτο, εικοσάρης στο Παρίσι, κάνοντας αρχικά διάφορες δουλειές για να μην επιβαρύνει την οικογένειά του, εντάχθηκε στους καλλιτέχνες της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, δούλεψε με τα μεγαλύτερα ονόματα, έγιναν φίλοι με τον Σερζ Ρετζιανί, την Μπαρμπαρά και άλλους. «Στη Γαλλία ήμασταν όλοι πολύ κοντά. Εντάξει, η Μπαρντό ήταν απλησίαστη.

Ομως όλα τα χρόνια που έμεινα εκεί, συνοδεύοντας τους τραγουδιστές με ένα πιάνο και μελοποιώντας Γάλλους ποιητές, όλοι οι καλλιτέχνες ήταν αχώριστη παρέα. Περνούσαμε ωραία γιατί δεν υπήρχε ανταγωνισμός. Ο καθένας είχε τη δική του προσωπικότητα κι εγώ συνόδευσα πολλούς πριν αρχίσω να γράφω δικά μου τραγούδια. Τους ταίριαζα, γι’ αυτό και με “υιοθέτησαν”. Περνούσα καλά γιατί δεν υπήρχαν ζηλοτυπίες». Οταν στη Γαλλία άρχισε να σβήνει αυτό το ρεύμα, στην Ελλάδα ξεκινούσε κάτι καινούργιο. Το «νέο κύμα», όπως το βάφτισε σε μια συζήτηση με τον Γιώργο Πατσιφά. «Εμένα με ενδιέφεραν οι συνεργασίες με νέους ανθρώπους, όπως ήταν ο Γιώργος Παπαστεφάνου».

Στην Ελλάδα δεν περιφρόνησε είδη, καλλιτέχνες και χώρους. «Κυκλοφορούσα όλη τη νύχτα και πήγαινα και σε κουτούκια, όπως τα λέγαμε, χώρους που δεν ήταν πρώτοι. Εκεί γνώρισα μεγάλους λαϊκούς ερμηνευτές που τότε δεν τους υπολόγιζαν, όπως ήταν η Ρίτα Σακελλαρίου. Είχαν ένα δικό τους αίσθημα οι χώροι αυτοί. Δεν μπορείς να περιφρονείς ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού τραγουδιού».

Θεωρεί πως σήμερα το ελληνικό τραγούδι «είναι σε αδιέξοδο». «Λείπουν οι εταιρείες και κυρίως οι εμπνευσμένοι παραγωγοί. Ο Πατσιφάς και ο Λαμπρόπουλος ήταν όλο το ελληνικό τραγούδι. Ημουν τυχερός που συνεργάστηκα και με τους δύο». Τώρα γίνονται –όπως λέει– λιγότερες συνεργασίες συνθετών και στιχουργών, κυριαρχούν οι τραγουδοποιοί, πολλοί επηρεάζονται από την ευκολία της τεχνολογίας. «Υπάρχουν όμως τραγούδια που μόλις τα ακούω ξαφνιάζομαι και αμέσως ρωτάω ποιος το έγραψε. Αυτό μου συνέβη όταν άκουσα τη Γιώτα Νέγκα να τραγουδά το “Με τα μάτια κλειστά” του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου. Το λατρεύω αυτό το τραγούδι. Ωραία γράφει και ο Γιώργος Ανδρέου. Επίσης, διασκεδάζω με αυτά του Λεωνίδα Μπαλάφα».

Στην ερώτηση αν οι νεότεροι δημιουργοί καταγράφουν την Ελλάδα της κρίσης, λέει πως «στα χειρότερα οι Ελληνες επιστρατεύουν το χιούμορ. Ολοι ταλαιπωρούμαστε, αλλά δεν χρειάζεται να το ρίξουμε στο μοιρολόι. Φταίμε που φτάσαμε εδώ. Ωστόσο, μετά τον πάτο έρχεται η άνοδος».

​​3 Ιουλίου, Θέατρο Βράχων Βύρωνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ