ΕΛΛΑΔΑ

Προς δεύτερη καταδίκη για το Θριάσιο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) Θριασίου εγκαινιάστηκε τελικά πριν από πέντε χρόνια, αλλά εξακολουθεί να υπολειτουργεί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ. «Αν δεχθούμε τα επιχειρήματα του ελληνικού κράτους (σ.σ.: ότι οι πολίτες του Θριασίου δεν μπορούν να συνδεθούν με την αποχέτευση λόγω του υψηλού κόστους και ότι το Δημόσιο δεν μπορεί να το αναλάβει αντ’ αυτών, παρά μόνο να τους παράσχει οικονομικές διευκολύνσεις), τότε βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Θα το δεχθούμε και θα περιμένουμε να πλουτίσουν οι κάτοικοι του Θριασίου;».

Το (ρητορικό) ερώτημα που έθεσε ο Ελληνας δικαστής Μιχάλης Βηλαράς την προηγούμενη Πέμπτη, κατά τη συζήτηση ενώπιον του ακροατηρίου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο της νέας παραπομπής της χώρας μας για το Θριάσιο (υπόθεση C-328/16), δείχνει τη δεινή θέση στην οποία έχει πλέον περιέλθει η ελληνική πλευρά στο συγκεκριμένο ζήτημα. Σχεδόν 20 χρόνια μετά την κοινοτική προθεσμία για την εξυπηρέτηση των κατοίκων του Θριασίου από αποχετευτικό δίκτυο, η εκκρεμότητα παραμένει, με το 5% των έργων να μην έχει ολοκληρωθεί και το 50% των κατοίκων να μην έχει συνδεθεί. Και πλέον είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, οι ελληνικές αρχές να πείσουν ότι οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα υποβάλλεται για τη συμμόρφωση της χώρας είναι αξιόπιστο.

Η Ελλάδα μετράει ήδη μία καταδίκη για τα λύματα του Θριασίου το 2004. Το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) Θριασίου εγκαινιάστηκε τελικά πριν από πέντε χρόνια, αλλά εξακολουθεί να υπολειτουργεί. Επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσαν οι ελληνικές αρχές στο Ευρωδικαστήριο, το πρωτεύον δίκτυο (οι κεντρικοί αγωγοί) αποχέτευσης έχει κατασκευαστεί, ενώ από το δευτερεύον (δίκτυο αποχέτευσης μέσα στις πόλεις) έχουν κατασκευαστεί τα 184 από τα 198 χιλιόμετρα. Το 5% που υπολείπεται αφορά την περιοχή της Κάτω Ελευσίνας και, όπως παραδέχθηκαν οι ελληνικές αρχές στο Ευρωδικαστήριο, έχει «κολλήσει» λόγω της ανεύρεσης σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων.

Το μεγάλο ζήτημα όμως είναι, ως γνωστόν, ο μικρός αριθμός συνδέσεων των σπιτιών με το αποχετευτικό δίκτυο, καθώς το σχετικό κόστος βαραίνει τον πολίτη. Οπως υποστήριξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μόνο το 45% του εξυπηρετούμενου πληθυσμού των τεσσάρων πόλεων (Ελευσίνα, Ασπρόπυργος, Μάνδρα, Μαγούλα) έχει συνδεθεί, ενώ το 55% (27.500 κάτοικοι) εξακολουθεί να χρησιμοποιεί βόθρους.

Καλούμενη να απολογηθεί στο Ευρωδικαστήριο, η ελληνική πλευρά είχε μικρά περιθώρια να ελιχθεί εξαιτίας των –πέραν πάσης αμφισβήτησης– δεδομένων. Η εκπρόσωπος των ελληνικών αρχών υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου έχει ολοκληρωθεί και ως εκ τούτου το Δημόσιο έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι της κοινοτικής νομοθεσίας. Και ότι έχουν κινητοποιηθεί 10 συνεργεία αρχαιολόγων για την ολοκλήρωση των ανασκαφών στο κομμάτι που έχει «κολλήσει». Οσον αφορά τον μικρό αριθμό των συνδέσεων με το αποχετευτικό δίκτυο, ανέφερε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη εκστρατεία (με οικονομικά κίνητρα), με αποτέλεσμα οι συνδέσεις να έχουν φθάσει πλέον στο 50,7% του πληθυσμού και να διαφαίνεται ότι θα καλύψουν τον στόχο έως το τέλος του έτους (επιχείρημα που αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από τους δικαστές, που υπενθύμισαν ότι η Ελλάδα έχει πολλές φορές αθετήσει τα χρονοδιαγράμματα που έχει παρουσιάσει). Τέλος, οι ελληνικές αρχές υποστηρίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των λυμάτων από τις περιοχές που δεν έχουν συνδεθεί μεταφέρεται με βυτία στη Μεταμόρφωση. Το επιχείρημα αυτό αμφισβητήθηκε από τον Δανό πρόεδρο του τρίτου τμήματος του Ευρωδικαστηρίου, που ζήτησε αποδείξεις (τις οποίες βέβαια το κράτος δεν μπορεί να παράσχει).

Απαντώντας στον δικαστή κ. Βηλαρά, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι δεν μπορούν να αναλάβουν το κόστος των συνδέσεων, καθώς αυτό θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας των Ελλήνων πολιτών (δηλαδή θα ήταν άδικο να μη γίνεται και σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή συνδέεται με την αποχέτευση). Αλλά ούτε μπορεί να αναληφθεί από το κράτος και να επιμεριστεί υποχρεωτικά –εκ των υστέρων– μέσω των λογαριασμών ύδρευσης στους πολίτες, καθώς πρόκειται για μια περιοχή με αδύναμο οικονομικά πληθυσμό.

Η απόφαση για το Θριάσιο εκτιμάται ότι δεν θα εκδοθεί πριν από το τέλος του έτους. Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την επιβολή προστίμου 3.828 ευρώ για κάθε ημέρα από την παλαιά καταδίκη (2004) έως την έκδοση της νέας καταδίκης (περίπου 18-19 εκατ. ευρώ) και επιπλέον 34.974 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης από την έκδοση της νέας καταδίκης μέχρι την οριστική συμμόρφωση...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ