ΒΙΒΛΙΟ

Η αισιόδοξη πλευρά του Βαν Γκογκ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

«Σταροχώραφα με κυπαρίσσια», 1889. Σε ένα τέτοιο σταροχώραφο της γαλλικής εξοχής, σύμφωνα με την καθιερωμένη εκδοχή, ο ζωγράφος αυτοκτόνησε με ένα περίστροφο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

JEAN - MICHEL GUENASSIA
Το βαλς των δέντρων και του ουρανού
μτφρ.: Eιρήνη Αποστολάκη
εκδ. Πόλις, σελ. 270

Από όλους τους μείζονες ζωγράφους στη διάρκεια των αιώνων, η περίπτωση του Βίνσεντ Βαν Γκογκ είναι ίσως η πιο μεγαλειώδης και η συνάμα η πιο τραγική που μπορεί κανείς να εντοπίσει. Πώς αλλιώς να περιγραφεί ένας καλλιτέχνης που ζωγράφισε (σε λάδι) μόνον τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του κι όμως έφτασε σε τέτοιο προχωρημένο επίπεδο, ώστε να έχει αφήσει πίσω, τεχνοτροπικά, όλους σχεδόν τους συγχρόνους του; Ο ίδιος άνθρωπος είχε κλονισμένη ψυχική –κατά καιρούς και σωματική– υγεία, ζούσε με απίστευτες υλικές στερήσεις και τελικά πέθανε μόλις στα 37 του, στερώντας από τον πολιτισμό την πληθώρα των αριστουργημάτων που πιθανότατα θα συνέχιζε να παράγει αν βρισκόταν στη ζωή. Αυτά όμως είναι λίγο - πολύ γνωστά στους περισσότερους, όπως γνωστή είναι και η (καθιερωμένη ακαδημαϊκά) εκδοχή σύμφωνα με την οποία ο Βαν Γκογκ αφαίρεσε ο ίδιος τη ζωή του με ένα περίστροφο, σε κάποιο σταροχώραφο της γαλλικής εξοχής. Κάτι τέτοιο άλλωστε ορθώνει τον μύθο του καλλιτέχνη σε ακόμα μεγαλύτερα ύψη. Υπό αυτό το πρίσμα, έχει ενδιαφέρον πως ο Αλγερινός συγγραφέας Ζαν-Μισέλ Γκενασιά («Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων») γράφει ένα μυθιστόρημα προκειμένου να υποστηρίξει μια, κατά τα άλλα, επιστημονική θεωρία. Συγκεκριμένα, αυτή που έχει παρουσιαστεί από αρκετούς ειδικούς τα τελευταία χρόνια και θέλει τον Βαν Γκογκ όχι απλώς να μην αυτοκτόνησε, αλλά αντιθέτως να βρίσκεται το 1890 στην πιο αισιόδοξη και δημιουργική φάση της καριέρας του.

Στο «Βαλς των δέντρων και του ουρανού» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, ο Γκενασιά αφηγείται την ιστορία του μέσα από τα μάτια ενός αληθινού χαρακτήρα, τον οποίο αναπλάθει ελεύθερα με τη φαντασία του: η νεαρή Μαργκερίτ, κόρη του γιατρού Γκασέ, ο οποίος κούραρε τον Βίνσεντ κατά την παραμονή του στο Οβέρ-σιρ-Ουάζ, είναι παθιασμένη με τη ζωγραφική. Ο ρομαντικός έρωτάς της για τον καλλιτέχνη την παρασέρνει, όμως μια τέτοια ένωση είναι πολύ δύσκολο να ευδοκιμήσει εκείνη την εποχή. Ο συγγραφέας βάζει στους πρωταγωνιστικούς ρόλους πρόσωπα γνωστά μέσα από τις περίφημες επιστολές του Βαν Γκογκ προς τον αδελφό του Τεό, ανατρέποντας μάλιστα συχνά την εικόνα που οι περισσότερες βιογραφίες δίνουν για αυτά.

Κάπως έτσι ο φιλότεχνος και συμπονετικός γιατρός Γκασέ μετατρέπεται σε ματαιόδοξο έμπορο και απατεώνα, ενώ πίνακες που αποδόθηκαν στον Βίνσεντ καταγγέλλονται ως πλαστοί. Η δε Μαργκερίτ, η οποία απλώς αναφέρεται σε μια επιστολή και εικονίζεται σε δύο πίνακες εκείνης της περιόδου, αναδεικνύεται σε πρόσωπο ύψιστης σημασίας. Πέρα από αυτά πάντως, τα λίγο συνωμοσιολογικά, εκείνο που έχει περισσότερο νόημα είναι η εικόνα του ζωγράφου, η οποία αναδύεται παραστατικά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Αυτή ξεχωρίζει έναν άνθρωπο ευαίσθητο και έντιμο κι ακόμα έναν δημιουργό απολύτως αφοσιωμένο και παθιασμένο με την τέχνη του. Επιπλέον μέσα από αποσπάσματα επιστολών αλλά και δημοσιευμάτων της εφημερίδας που διάβαζε ο Βίνσεντ, τα οποία παρεμβάλλονται στην αφήγηση, χτίζεται λίγο λίγο ο κόσμος στον οποίο εκείνος έζησε.

Ανεξάρτητα από τις αντικρουόμενες θεωρίες και τα στοιχεία περί αυτοχειρίας ή μη, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ υπήρξε ένας πολύ αληθινός άνθρωπος και καλλιτέχνης· είναι εξίσου αλήθεια ωστόσο πως η βιογραφία του προκαλεί σχεδόν τους συγγραφείς και τους σεναριογράφους με τη μυθολογική υφή της. Με αυτά τα δεδομένα, ο Γκενασιά πετυχαίνει διάνα: το βιβλίο του δεν αποτελεί μελέτη ούτε βέβαια καμιά εμπεριστατωμένη βιογραφία του Βαν Γκογκ, διαθέτει ωστόσο τη ζωντάνια και την ένταση των χρωμάτων που εκείνος τόσο αγαπούσε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ