ΒΙΒΛΙΟ

Η ηθική με τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

«Στην Ισπανία, αντί για εθνικοσοσιαλισμό, είχαμε εθνικοκαθολικισμό», λέει ο συγγραφέας Πάμπλο Γκουτιέρεθ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σαν τον μαντατοφόρο Ερμή, που παίζει με τους θνητούς, ο ταχυδρόμος φέρνει ένα κιβώτιο στην πόρτα της Ρέμε, στη συνοικία όσων εξωθήθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου. Είμαστε στο σήμερα και η Ρέμε, που έχει περάσει όλη της τη ζωή κλεισμένη στο σπίτι, με έναν σύζυγο που ήταν και δεν ήταν εκεί, με τα παιδιά της που εξαρχής δεν ήθελε και που εντέλει την εγκατέλειψαν, έχει επιστρέψει από την ταφή του συζύγου της.

Οταν ανοίγει το κιβώτιο, ανακαλύπτει μια σειρά βιβλίων, που δεν είναι άλλα από κλασικά μυθιστορήματα της ισπανικής λογοτεχνίας – βιβλία που κάθε Ισπανός, ακόμη κι αν δεν έχει διαβάσει, γνωρίζει. Είναι η στιγμή που η ηλικιωμένη αρχίζει αργά αργά να βγαίνει, θα έλεγε κανείς, από το Σπήλαιο του Πλάτωνα, ερχόμενη αντιμέτωπη με τον έξω κόσμο, τον «πραγματικό». Η Ρέμε βρέθηκε σε αυτήν τη συνοικία επειδή το καθεστώς του Φράνκο, με τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας, χάριζε στέγη σε όσους παντρεύονταν με θρησκευτικό γάμο, ανακόπτοντας το κύμα πολιτικών ενώσεων που είχε αναπτυχθεί προ Εμφυλίου. Οι συνοικίες αυτές είχαν δημιουργηθεί ώστε κράτος και Εκκλησία να ελέγχουν τους πολίτες, να τους κρατούν ομήρους της τάξης και της ηθικής. «Στην Ισπανία, αντί για εθνικοσοσιαλισμό, είχαμε εθνικοκαθολικισμό», μου λέει ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ, συγγραφέας των «Ανατρεπτικών βιβλίων», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, έχοντας ευτυχήσει στα μεταφραστικά χέρια της Κλαίτης Σωτηριάδου. Ο 39χρονος Ανδαλουσιανός βρέθηκε στην Αθήνα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 9ου Ιβηροαμερικανικού Λογοτεχνικού Φεστιβάλ LEA.

Θεωρούμενος ένας από τους πιο ξεχωριστούς συγγραφείς της νεότερης γενιάς Ισπανών αλλά και εν γένει Ευρωπαίων συγγραφέων, ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ επαναλαμβάνει στην κουβέντα μας, στο καφέ του ξενοδοχείου «Αστόρια» στην Καραγεώργη Σερβίας, το αντιθετικό, για τον ίδιο, σχήμα ηθικής και κυνισμού. «Αναφέρω όλα αυτά τα βιβλία στο μυθιστόρημα, διότι επιχείρησα να μιλήσω για το πώς θα μπορούσε κάποιος, όντας ηθική και πνευματική tabula rasa, να εφαρμόσει αυτές τις ιδέες στο παρόν».

Τα «Ανατρεπτικά βιβλία» δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα και οπωσδήποτε, καίτοι μιλάει για τη θεραπευτική ιδιότητα της λογοτεχνίας, δεν είναι βιβλίο αυτοβοήθειας, μια κατηγορία βιβλίων η οποία, όπως λέει ο ίδιος, είναι πολύ της μόδας εδώ και πολλά χρόνια στην Ισπανία.

«Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι αλλαγές που επέφερε στην κοινωνία ο Εμφύλιος και το καθεστώς του Φράνκο. Θέλησα να περάσω από τη μεγάλη ιστορική εικόνα στη μικροϊστορία. Να δω την εξέλιξη του χαρακτήρα μετά τον πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα να εντοπίσω και την εξέλιξη της πόλης. Ολα αυτά, όμως, με έναν μη ρεαλιστικό τρόπο. Ας μη γελιόμαστε, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να φτάσει στο κατώφλι μιας Ρέμε ένα κιβώτιο με βιβλία. Ακόμη κι αν συνέβαινε, δεν θα τα διάβαζε ποτέ. Κι αν τα διάβαζε, δεν θα τα καταλάβαινε. Γι’ αυτό δεν τοποθετώ την ιστορία σε συγκεκριμένη πόλη και δεν κατονομάζω το ιστορικό συγκείμενο με σαφήνεια», αναφέρει ο Γκουτιέρεθ, με τη βοήθεια της διερμηνέως και μεταφράστριας Ιφιγένειας Ντούμη.

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την ιδιότυπη ενηλικίωση μιας γυναίκας που δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον έξω κόσμο. Διά της λογοτεχνίας, με δονκιχωτική προσήλωση, βλέπει τα πνιγηρά όρια της ζωής της, του σπιτιού της, αλλά και της συνοικίας, των γειτόνων και της χώρας της.

Ωσπου φτάνει στο «μη περαιτέρω». «“Μέχρι εδώ ήταν, δεν πάει άλλο”. Αυτό νιώθει η Ρέμε, ενώ ο αναγνώστης αναρωτιέται εάν είναι καλύτερο να παραμένει κανείς στην αγία άγνοια ή να μαθαίνει τι συμβαίνει γύρω του», αναφέρει ο Ισπανός συγγραφέας. «Η Ρέμε έχει πολλά κοινά με τη Λυσιστράτη. Εξεγείρεται ως πολίτις, ως άνθρωπος και ως γυναίκα. Αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και θέλει να τρέξει μακριά του», συμπληρώνει ο Γκουτιέρεθ.

Τα «Ανατρεπτικά βιβλία», παρ’ όλο τον «προφανή» τίτλο του μυθιστορήματος, δεν είναι μόνον ένας ύμνος στη θεραπευτική ιδιότητα της λογοτεχνίας. Είναι, ταυτόχρονα, μια πραγματεία για το πόσο μάς αλλάζει ο χρόνος. «Η Ρέμε, στην αρχή του βιβλίου, είναι 20 χρονών λίγες στιγμές προτού γίνει 70. Μέσα από αυτό το λογοτεχνικό τρικ, θέλησα να δείξω ότι νιώθει πως της έχουν αρπάξει 50 χρόνια ζωής. Βασικοί υπαίτιοι; Το προάστιο όπου ζει, ένας σύζυγος μέτριος, τα παιδιά της που δεν έχει ιδέα πού βρίσκονται και, γενικότερα, η θλίψη μιας χώρας, η οποία ήταν ανίκανη να κάνει μια γυναίκα ευτυχισμένη, κλείνοντάς τη στο σπίτι. Γι’ αυτό τα σπίτια αυτής της συνοικίας λέγονται “στάβλοι ή “φωλιές για κουνέλια”. Το πιο τραγικό απ’ όλα είναι ότι οι γενιές που μεγάλωσαν σε αυτές τις γειτονιές κληροδότησαν την περιθωριοποίηση σε όλες τις επόμενες», αναφέρει ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ.

Ο 39χρονος δημοσιογράφος και καθηγητής ισπανικής λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πιστεύει ότι η λογοτεχνία, αν αλλάζει κάτι, είναι τον ίδιο τον αναγνώστη της, ατομικά. «Στα 13 μου, είχαν πέσει στα χέρια μου ο “Μιχαήλ Στρογκόφ” του Ιουλίου Βερν και το “Φαρενάιτ 451” του Ρέι Μπράντμπερι. Ηταν το δικό μου κιβώτιο με βιβλία που έφτασε ξαφνικά στο σπίτι μου, έστω και από λάθος. Δεν ξέρω τι τέλος θα έχω εγώ με τη λογοτεχνία, αλλά η Ρέμε δεν έχει το ήσυχο τέλος που θα περίμενε κανείς, αφού έχει πετάξει από πάνω της την άγνοια. Είναι ένα σύγχρονο δίλημμα κι αυτό: πότε είσαι ευτυχισμένος, όταν ξέρεις ή όταν αγνοείς;», μου αποκρίνεται ο Γκουτιέρεθ, ενώ συμπληρώνει γελώντας: «Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι και ο Δον Κιχώτης τρελάθηκε. Ο αυτοδίδακτος διαφωτισμός, όπως λέω και στο βιβλίο, δεν είναι φάρμακο, η λογοτεχνία δεν είναι προορισμένη να σε κάνει καλά, αντιθέτως... Δεν νομίζω ότι δημιουργεί ευτυχισμένους πολίτες».

Κι αν νομίζουμε ότι μόνον η ελληνική εκπαίδευση συμβάλλει στην ταφόπλακα της λογοτεχνίας, υπάρχει και η Ισπανία που... περνάει τα ίδια. «Μετά την ολοκλήρωση του σχολείου, η λογοτεχνία απευθύνεται σε όλο και λιγότερους, διότι είναι πιο περίπλοκο πράγμα. Μπορεί να μη σου δίνει απαντήσεις, αλλά με τα σωστά ερωτήματα σε οδηγεί στην ορθότερη προσέγγιση του εκάστοτε προβλήματος. Να σημειώσουμε, ασφαλώς, ότι η ευτυχία δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός μας σκοπός, πόσω μάλλον αυτοσκοπός. Να θυμηθούμε και τον Τζέιμς Τζόις, στο “Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία”, που αναφέρει ότι η ζωή έχει τρεις διαστάσεις: σιωπή, εξορία, ευφυΐα. Δεν αναφέρει πουθενά την ευτυχία. Αν, τώρα, κάποιος θέλει απλώς και μόνον να είναι ευτυχισμένος, μπορεί να παραμείνει στα likes στη σελίδα του στο Facebook ή να προτιμά να βλέπει ναυαγούς σε reality shows απ’ ό,τι τους πρόσφυγες που ναυαγούν στις θάλασσές μας. Τα βιβλία μάς βοηθούν να μάθουμε για τα μελλοντικά μας λάθη μέσω όσων συμβαίνουν στους χαρακτήρες. Αυτή είναι η ευφυΐα του Τζόις. Ετσι και η Ρέμε: μετά τα βιβλία είναι πιο συνειδητοποιημένη, γίνεται πιο σκληρή, αλλά δεν ξέρουμε αν είναι πιο ευτυχισμένη τελικά», λέει –με μιαν ανάσα– ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ.

Είναι η στιγμή που επαναφέρει στην κουβέντα μας την ηθική. «Στην Ισπανία, το να είσαι ηθικός, είναι σχεδόν προσβολή. Το να έχεις μια ηθική στάση στα πράγματα αντιμετωπίζεται σαν αφέλεια».

«Προτιμώ να είμαι αφελής»

«Ενας συγγραφέας που προσπαθεί να κάνει μαθήματα ηθικής αντιμετωπίζεται ως βαρετός. Κι επειδή αναφερθήκαμε και στην Καθολική Εκκλησία, πρέπει να πούμε ότι ακόμη και η ηθική του καθολικισμού είναι ανθρωπιστική, αν βγάλουμε όλα τα γύρω γύρω... Η ηθική είναι αυτό που μας συνδέει όλους. Η λατινική λέξη για τη θρησκεία, το religio, σημαίνει δεσμός. Είναι ουμανισμός», απαντά ο Γκουτιέρεθ στην ερώτησή μου για το αν εντοπίζει ηθικά στοιχεία στο βιβλίο του ή και στον ίδιο ως άνθρωπο.

«Από την άλλη, ο κυνισμός είναι το χειρότερο που μπορεί ένας συγγραφέας να κάνει, διότι ο κυνικός, σήμερα, παραμένει στο περιθώριο ή από καθέδρας κρίνει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, υπερασπιζόμενος, διά της απάθειας, οποιαδήποτε δράση. Εγώ προτιμώ να εμπλέκομαι, κι ας με πουν αφελή. Προτιμώ να είμαι αφελής παρά κυνικός», συμπληρώνει.

Λίγο προτού τον αφήσω για να συνεχίσει το βεβαρημένο του πρόγραμμα, τον ρωτώ ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται ένας Ισπανός συγγραφέας, σήμερα, όταν ακούει τον όρο ελληνική λογοτεχνία. «Εξω από τα σύνορά σας, Ελλάδα σημαίνει κλασικοί συγγραφείς. Ο συγγραφέας που ακούγεται περισσότερο, πέρα από τους κλασικούς, είναι ο Πέτρος Μάρκαρης. Και βέβαια ο Καβάφης. Στην Ισπανία τουλάχιστον, υπάρχει η εντύπωση ότι δεν... υφίσταται σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία»...

​​Πάμπλο Γκουτιέρεθ, «Τα ανατρεπτικά βιβλία», μτφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 282.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ