Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Γιάνης Βαρουφάκης
Ραντεβού με την ιστορία του 2015

Ποιος είναι ο πιο επιτυχημένος πολιτικός της κρίσης; Ποιος μπήκε στην κρεατομηχανή της κι αντί να καταστραφεί, βγήκε περιζήτητος και πολλαπλώς κερδισμένος;

Η απάντηση, βέβαια, δεν θέλει σκέψη. Ποτέ άλλοτε μια εξάμηνη πολιτική καριέρα δεν υπήρξε τόσο καρποφόρα, όσο η καριέρα του Γιάνη Βαρουφάκη. Για την ακρίβεια, η εγχώρια πολιτική δεν ήταν καν η κύρια καριέρα του Βαρουφάκη. Ηταν το εφαλτήριο για τη σταδιοδρομία του ως ξυρισμένου και παρδαλότερου Ζίζεκ – ως σταθερής αξίας στο σταρ σίστεμ της παγκόσμιας Αριστεράς.

Ενα μέτρο αυτής της επιτυχίας είναι το γεγονός ότι ακόμη και οι πιο σοβαρές εφημερίδες της Ευρώπης και της Αμερικής ανασύρουν τον Βαρουφάκη κάθε φορά που θέλουν να αλατίσουν την ύλη τους με κάτι που να μοιάζει εξωτικό και ανορθόδοξο.

Ενα άλλο, πιο κοντινό, μέτρο της ακτινοβολίας του είναι η ευκολία με την οποία ο πρώην υπουργός Οικονομικών επηρεάζει ακόμη τα ελληνικά πράγματα – η δεινότητα με την οποία προσγειώνεται κάθε φορά σαν επίμονο κουνούπι στον σβέρκο των πρώην συντρόφων του.

Μπορεί να μην του φαίνεται, μπορεί η θεατρικότητα να υπονομεύει τη βαρύτητα του μηνύματος, αλλά η διαρκής επιστροφή του Βαρουφάκη στο προσκήνιο δεν εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη του για δημοσιότητα. Ο κατακλυσμός των αφηγήσεών του –η άνεση με την οποία εμπλουτίζει αυτές τις αφηγήσεις ακόμη και με αυτοενοχοποιητικές λεπτομέρειες– λειτουργεί αφυπνιστικά.

Ακόμη κι όταν είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τον ναρκισσιστικό λήρο από την πραγματικότητα, η επιμονή του Βαρουφάκη να αναψηλαφεί το εξάμηνο της δόξας του καταλήγει να αναζωογονεί την ανάμνηση του εθνικού κινδύνου, δείχνοντας, ακούσια, το πραγματικό του μέγεθος.

Σχέδια για παράλληλα ψευτονομισματικά συστήματα με ηλεκτρονικές πιστωτικές μονάδες· σχέδια για κουπόνια πληρωμών εμπνευσμένα από κουπόνια σίτισης· σπέκουλα με τα μεταπολεμικά κεκτημένα της χώρας μια προεκλογική νύχτα στην Κυψέλη: Ολα αυτά που τώρα μπορεί να ακούγονται απόμακρα, δεν τελείωσαν τον Ιούλιο του 2015. Τα σχεδιάσματα έμειναν μεν σχεδιάσματα. Ομως είχαν αληθινό και διαρκές κόστος. Το «Οχι» έγινε «Ναι». Ομως ο δημοψηφισματικός λόγος –η παρόξυνση του διχαστικού λόγου– εξακολουθεί να ορίζει την κυβερνώσα γλώσσα.

Λένε ότι πολλά άλλαξαν από το 2015 – και οι ίδιοι οι αυτουργοί του 2015 άλλαξαν πολύ. Αλλαξαν, αλλά δεν παύουν να κατάγονται από το 2015 και να φέρουν έκδηλα τα ίχνη αυτής της καταγωγής. Αυτή την καταγωγή θυμίζει και ο διαρκώς επανεμφανιζόμενος Βαρουφάκης. Υποδεικνύει έναν ιστορικό «τόπο» που για να τον γνωρίσει κανείς –και για να αναγνωρίσει μέσα σε αυτόν τον εαυτό του– μένει να τον επισκεφτεί ακόμη πολλές φορές.

Το 2015 δεν τελείωσε. Θα μένει.

Διονύσης Τσακνής
Μπερδεύοντας τα κάγκελα

«Δ​​​​εν πιστεύω ότι υπάρχουν ανεξάρτητα ΜΜΕ πουθενά στον κόσμο. Σε κάποιο βαθμό, είναι όλα –έντυπα ή ηλεκτρονικά– εξαρτημένα, είτε ιδεολογικά είτε εξυπηρετούν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα. Αν υπήρχε αυτό που λέμε “ανεξάρτητα ΜΜΕ” δεν θα είχαμε όλα αυτά τα προβλήματα».

Οχι, τη φράση αυτή δεν την είπε ο πρόεδρος της ΕΡΤ. Την είπε προχθές ο Ερντογάν. Κι ωστόσο ακούστηκε πολύ οικεία. Πόσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν έτοιμα να την προσυπογράψουν, χωρίς καν να υποψιάζονται τις αυταρχικές της προεκτάσεις; Πόσα στελέχη της Αριστεράς είχαν πιστέψει –και πιστεύουν ακόμη– ότι «για όλα τα προβλήματα» φταίνε τα ΜΜΕ που προδίδουν μια κάποια υπερούσια «αντικειμενικότητα», επειδή καθοδηγούνται από αθέμιτα συμφέροντα;

Ξεκινώντας από αυτή τη μονολιθική προκατάληψη εις βάρος των media, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε να αφιερώσει ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της ατζέντας του στην ενημέρωση – δηλαδή στον έλεγχό της. Σε αυτή την καμπάνια δεν υπήρχε μόνο αντίπαλος – τα «διαπλεκόμενα» ΜΜΕ και τα «βοθροκάναλα» που έπρεπε να περιοριστούν το πολύ σε τέσσερα. Υπήρχε και ένα φωτεινό υπόδειγμα: Η ΔΕΚΟ της ενημέρωσης.

Ούτε μάνατζερ, ούτε δημοσιογράφος, ο Διονύσης Τσακνής ανέλαβε ως διακεκριμένος φορέας της αριστερής μεταπολιτευτικής κουλτούρας να οικοδομήσει το υπόδειγμα. Ανέλαβε να εποπτεύσει την υλοποίηση του αγαθού που ο ΣΥΡΙΖΑ φανταζόταν ως «ανεξάρτητη ενημέρωση». Δύο χρόνια μετά την επαναλειτουργία της, η ΕΡΤ έχει δώσει πια αρκετά δείγματα ώστε να μπορεί κανείς ξεκάθαρα να δει –να δει, μόνο αν αντέχει– το συριζαϊκό πρότυπο της ανεξαρτησίας.

Η τελετή της αποκάλυψης του μνημείου για τους «πεσόντες» της ΕΡΤ, στην οποία χοροστάτησε ο πρόεδρός της, φαίνεται κατ’ αρχάς άσχετη με το έργο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Ομως, θα την υποτιμούσε όποιος την αντιμετώπιζε μόνο ως συνδικαλιστική γραφικότητα. Θα την υποτιμούσε αν, πίσω από τη σκηνοθεσία, δεν έβλεπε το δογματικό και ψυχολογικό υπέδαφος πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε η «νέα» ΕΡΤ.

Η «νέα», «ανεξάρτητη» ραδιοτηλεόραση χτίστηκε πάνω στο παλιό ιδεολόγημα – στη μυθολογική παράδοση χάρη στην οποία, σε πιο ανέμελες εποχές, ο Τσακνής έκοβε εισιτήρια σε μουσικές σκηνές και θερινά θέατρα. Είναι το ιδεολόγημα που του επιτρέπει και σήμερα την ταύτιση του κάγκελου της ΕΡΤ με το κάγκελο του Πολυτεχνείου και τον παραλληλισμό του τανκς της χούντας με το «τανκς της ανεργίας». Είναι το ιδεολόγημα που για να νομιμοποιηθεί έχει ανάγκη από εμφυλιακά εφέ.

Αν, ύστερα από όλα αυτά, όντως προσβάλλεται η μνήμη των «νεκρών της ΕΡΤ», όπως διαμαρτυρείται η ΠΟΣΠΕΡΤ, ποιος την προσβάλλει; Αυτός που εκφράζει αποτροπιασμό για το κατασκεύασμα που λιβανίστηκε σαν μνημείο; Ή εκείνοι που εκμεταλλεύονται προπαγανδιστικά τους νεκρούς;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ