Παναγής Βουρλούμης ΠΑΝΑΓΗΣ ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ

Βία, η μαμμή της Ιστορίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Θεωρητικά το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας και το νόμιμο δικαίωμα άσκησής της με γνώμονα το γενικό συμφέρον. Υπάρχει για να παρεμβαίνει όταν διασαλεύεται η τάξη και απειλούνται οι ζωές, περιουσίες και υγεία των πολιτών. Στην Ελλάδα, όμως, τη βία και την απειλή της βίας ασκούν ομάδες ατόμων, οργανωμένες γύρω από οικονομικά συμφέροντα ή από ακραίες ιδεολογίες και από συνδυασμούς των παραπάνω. Στις σπάνιες περιπτώσεις που παρεμβαίνει, το κράτος ενεργεί ως αμυνόμενο και ποτέ προληπτικά. Συνήθως, όταν δημιουργούνται άνομες και επικίνδυνες καταστάσεις, τις αφήνει να εξελιχθούν έως το σημείο που η κοινωνία απαιτεί να σταματήσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Τότε, κατά κανόνα, το κράτος επιλέγει την υποχώρηση ενδίδοντας, ή αφαιρώντας το ερέθισμα, π.χ. να μην κυκλοφορούν τρόλεϊ στην Πατησίων. Πλήρης εξευτελισμός του θεσμού «κράτος», αν εξαιρέσουμε τη φύλαξη της Ηρώδου Αττικού και του κτιρίου της Βουλής.

Τα γεγονότα στις Αχαρνές, τα σκουπίδια, το απόστημα των Εξαρχείων, οι βανδαλισμοί σε μετρό, το «δεν πληρώνω», οι πυρπολήσεις στο κέντρο της Αθήνας, είναι συμπτώματα ενός ξηλώματος που πάει πολύ πίσω.

Επί δεκαετίες αποδεικνύεται καθημερινά ότι η άνομη βία και η απειλή της κερδίζουν το παιχνίδι στους χώρους εργασίας, εκπαίδευσης, ακόμη πρόσφατα και μέσα στα δικαστήρια. Η μέθοδος αποδίδει και βρίσκει μιμητές.

Το κακό έχει τις ρίζες του στα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση. Είχε φουντώσει τότε ο διεκδικητικός συνδικαλισμός που πόνταρε στην αγωνία τής πρόσφατα αναστηθείσας πολιτικής τάξης να ξαναφτιάξει πελατεία. Με απεργίες διαρκείας και άλλες δυναμικές ενέργειες, επικροτούμενες από την τότε αντιπολίτευση, οι συνδικαλιστικές κυρίως ηγεσίες προέβαλαν δύο ειδών αιτήματα, οικονομικά και θεσμικά. Οι κυβερνήσεις, για να αποφύγουν το άμεσο οικονομικό κόστος ενέδιδαν με ευκολία στα θεσμικά. Αυτά ο κόσμος δεν τα πολυκαταλαβαίνει όταν δεν τον αφορούν άμεσα, ούτε τη σημασία τους. Ετσι το κράτος άρχισε να απογυμνώνεται από το νομικό οπλοστάσιό του απέναντι στη βίαιη διεκδίκηση.

Τις δεκαετίες 1980-1990 το ξήλωμα του κράτους συνεχίστηκε, με την ευλογία πια των τότε κυβερνήσεων. Την περίοδο εκείνη τα συνδικάτα και άλλοι χρησιμοποίησαν τη θεσμική υπεροπλία που είχαν ήδη αποκτήσει για να πετύχουν και τους οικονομικούς τους στόχους, με αποτέλεσμα την καταστροφή του ασφαλιστικού συστήματος, το κλείσιμο εκατοντάδων επιχειρήσεων και άλλα. Αλλωστε, τα ευρωπαϊκά προγράμματα, ο δανεισμός και ο πληθωρισμός διευκόλυναν την ικανοποίηση και των πιο ακραίων αιτημάτων με την απλή απειλή βίας. Υπήρχαν χρήματα. Εξαίρεση ήταν η περίοδος 1991-1993 που επιχειρήθηκε φρένο, δίχως αποτέλεσμα, λόγω κυρίως της σκληρής βίας στις περιπτώσεις των Αστικών Συγκοινωνιών και της ΔΕΗ.

Μεταμνημονιακά έχουμε μπει σε νέα φάση. Η βία χρησιμοποιείται αμυντικά για τη διάσωση κεκτημένων όπως η κατάργηση της αξιολόγησης και η μονιμοποίηση συμβασιούχων. Η αντιπαράθεση της πολιτείας με ομάδες που χρησιμοποιούν βία θα συνεχίζεται με αυξομειούμενη ένταση, βασανίζοντας τη χώρα και υποβαθμίζοντάς τη διεθνώς. Τέλος στην κατάσταση αυτή δεν θα μπει αν το κράτος δεν ξαναφτιάξει νομικό οπλοστάσιο που θα του επιτρέψει να περιορίσει ριζικά και μόνιμα τη βία. Αμα δούμε τα ονόματα και τις φάτσες των κουκουλοφόρων που καίνε αστυνομικούς δημοσιευμένα στις εφημερίδες, κάτι θα έχει αρχίσει να φτιάχνει.

Με τη σημερινή κυβέρνηση αυτά βέβαια δεν γίνονται. Ηταν οι δάσκαλοι των σημερινών αντιεξουσιαστών και μπαχαλάκηδων και μέχρι να γίνουν κυβέρνηση χρησιμοποίησαν την άναρχη βία για να εμποδίσουν μεταρρυθμίσεις. Και το ίδιο απειλούν τώρα αν βρεθούν εκτός. Η διάλυση ευνοεί τα άκρα και η κατάσταση θα χειροτερεύει όσο το αστικό φιλελεύθερο κράτος δεν παίρνει πίσω τις εξουσίες που χρειάζονται για να κυβερνηθεί η χώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ