Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Κυνική αμνησία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​πολιτική-κομματική σύγκρουση συγχωρεί πολλά, αλλά όχι τα πάντα. Για παράδειγμα, δεν συγχωρεί την εντυπωσιακά βραχεία μνήμη η οποία είναι φανερό ότι διέπει τη σύνταξη και την εξαπόλυση των «κατακεραυνωτικών» δηλώσεων, που όσο μεγαλύτερος είναι ο γδούπος τους τόσο ισχνότερο το νόημά τους. Οι εντεταλμένοι με την κατασκευή τους, είτε στελέχη της κομματικής γραφειοκρατίας είναι είτε επίλεκτοι σύμβουλοι ή αφανώς δρώντες και αμειβόμενοι δημοσιογράφοι, φαίνεται ότι το έχουν αποφασίσει πως δεν έχει καμία σημασία αν συλληφθούν αντιφάσκοντες. Θα σου καταμαρτυρήσουν ότι κατηγορείς οξύτατα σήμερα όσα υποστήριζες φανατικά μόλις προχθές; Στην καλύτερη περίπτωση, την πιο ενοχική, θα πεις κάτι περί παρερμηνείας, για να ξεμπερδέψεις. Και στη χειρότερη, δηλαδή τη συνήθη, θα πεις ένα ωραιότατο «ε και;» και θα πας παρακάτω. Στην επόμενη κατακεραυνωτική δήλωσή σου.

Παρ’ όλον τον χονδροειδή κυνισμό εντούτοις, εξακολουθεί να έχει την αξία του το εξής ερώτημα: Μα καλά, όσοι μιλούν δημόσια, όσοι αγορεύουν στη Βουλή ή σε κανάλια και ραδιόφωνα, όσοι γράφουν, δεν έχουν πληροφορηθεί ακόμα ότι υπάρχει ένα πραγματάκι, ένα σύμπαν, που το λένε Ιντερνετ ή Διαδίκτυο, όπου διατηρούνται άθικτα -και προσπελάσιμα- τα περασμένα λόγια τους, είτε το χαρτί τα απαθανάτισε είτε η κάμερα; Κι αφού είναι απολύτως βέβαιο ότι έχουν πληροφορηθεί την ύπαρξη αυτού του σύμπαντος, γιατί δεν τσεκάρουν εκεί τον εαυτό τους; Γιατί δεν ελέγχουν την προϊστορία του κόμματός τους λ.χ., ώστε να μην αποκαλυφθούν -και θα αποκαλυφθούν πολύ γρήγορα, είναι μοιραίο- αυτοδιαψευδόμενοι;

Εξήγηση πρώτη: Οι ορμητικοί μας ρήτορες δεν μπαίνουν στον κόπο του αυτοελέγχου γιατί είναι απολύτως βέβαιοι ότι κάθε φορά εκφέρουν τον λόγο της αληθείας. Ακόμα κι αν τη μια φορά λένε άλφα και την άλλη, για το ίδιο ακριβώς θέμα, ωμέγα, ακόμα κι αν ο χαμαιλεοντισμός της ρητορικής τους είναι εξόφθαλμος, οι παρωπίδες και οι ωτασπίδες με τις οποίες είναι εξοπλισμένοι, τους επιτρέπουν να νιώθουν σίγουροι πως ούτε ψεύδονται, ούτε αντιφάσκουν, ούτε αυτοπαρωδούνται.

Εξήγηση δεύτερη: Οι ρήτορές μας δεν θυμούνται ότι είπαν κάποτε κάτι διαφορετικό από αυτό που λένε τώρα, λ.χ. για τη Δικαιοσύνη. Και δεν το θυμούνται γιατί όταν μιλούν, οι λέξεις έχουν μηδενικό βάρος στη σκέψη και στα αισθήματά τους, άρα αφήνουν και μηδαμινό ίχνος στη μνήμη τους. Εξήγηση τρίτη: Ξέρουν και παραξέρουν τι είπαν. Θυμούνται και παραθυμούνται. Αλλά αδιαφορούν. Παγερά. Ωμά. Κυνικά. Μ’ ένα «ε, και;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ