ΚΟΣΜΟΣ

Ο μαέστρος της υψηλής ραπτικής (Κ)

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Η Ελίζ Ντάνιελς με ταγέρ του Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα ποζάρει με καλλιτέχνες που δίνουν παράσταση στον δρόμο, στην περιοχή Λε Μαρέ στο Παρίσι το 1948.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εσωστρεφής, τελειομανής, αυτοδίδακτος. Ο Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα, ο «πατέρας» της σύγχρονης υψηλής ραπτικής και κατά προέκταση της μόδας, προσέγγιζε πάντα το αντικείμενό του με απόλυτη πίστη στη δημιουργική καινοτομία. Με την ίδια «ζεστή» πίστη τον περιέβαλλαν γυναίκες όπως η Μόνα φον Μπίσμαρκ, της οποίας οι παραγγελίες –από βραδινά μέχρι ρούχα κηπουρικής– έφτασαν μια χρονιά τις 150, αποτέλεσμα μιας «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», όταν σ’ ένα ατύχημα τρένου καταστράφηκε μεγάλο μέρος της γκαρνταρόμπας της.

Τη διαδρομή του λιγομίλητου Μπαλενσιάγκα –ο ίδιος έδωσε μία και μοναδική συνέντευξη κατά τη διάρκεια της καριέρας του– προβάλλει η έκθεση «Balenciaga: Shaping Fashion», η οποία παρουσιάζεται στο μουσείο Victoria & Albert του Λονδίνου έως και τις 18 Φεβρουαρίου του 2018. Η παρουσίαση σηματοδοτεί τα 100 χρόνια από το άνοιγμα του πρώτου ατελιέ του Μπαλενσιάγκα στο Σαν Σεμπαστιάν της Ισπανίας, αλλά και τα 80 χρόνια από την ίδρυση του οίκου του στο Παρίσι.

Φημισμένος για τις «αρχιτεκτονικές» τεχνικές του και τη χρήση πρωτοποριακών υλικών και υφασμάτων, ο καθολικός Ισπανός μόδιστρος αγαπούσε τις εκκλησιαστικές «γραμμές» και τη δυνατότητα να «μακραίνει» τη γυναικεία σιλουέτα. Στις αίθουσες του μουσείου, η κληρονομιά του παρουσιάζεται μέσα από 100 ρούχα και καπέλα, με έμφαση στις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Και «μαθητές» του

Εκτίθενται επίσης ρούχα 30 σχεδιαστών που αντικατοπτρίζουν την επιρροή του Ισπανού στον χώρο, ανάμεσά τους «μαθητές» του, όπως ο Andres Courreges, ο Hubert de Givenchy και ο Emanuel Ungaro, αλλά και νεότερα ονόματα όπως η Phoebe Philo και ο Erdem. Το τωρινό κεφάλαιο της ιστορίας του Μπαλενσιάγκα γράφεται από τον ανατρεπτικό Γεωργιανό σχεδιαστή Demna Gvasalia, ρούχα του οποίου εκτίθενται στο Λονδίνο. 

«Η υψηλή ραπτική είναι σαν μια ορχήστρα, της οποίας ο μόνος μαέστρος είναι ο Μπαλενσιάγκα. Οι υπόλοιποι είμαστε απλώς μουσικοί που ακολουθούμε τις οδηγίες που μας δίνει εκείνος», έλεγε ο Κριστιάν Ντιόρ. Χωρίς να σκιτσάρει, αλλά μ’ ένα κομμάτι ύφασμα στο χέρι, ο Μπαλενσιάγκα «έχτιζε» τα ρούχα στο ατελιέ του. Συχνά δούλευε με «σκληρές» ματιέρες που στέκονταν σε κάποια απόσταση από το σώμα, δημιουργώντας μιαν αίσθηση αρχιτεκτονικής, ενώ τα «μπροστινά» και τα «πίσω» κοψίματα (αντί για εκείνα στο πλάι, π.χ.), ήταν ένα ακόμη χαρακτηριστικό της δομής των ενδυμάτων του. Ρούχα όπως το φόρεμα-τουλίπα –ένα σχετικά απλό σχέδιο μπροστά «μετέφερε» το ενδιαφέρον στο πίσω μέρος όπου ένας φιόγκος έδινε την αίσθηση ενός κιμονό–, το φόρεμα-σάκος, το φόρεμα baby-doll και το φόρεμα-φάκελος, μεταξύ άλλων, σημάδεψαν την εποχή τους.  

Το μουσείο Victoria & Albert διαθέτει τη μεγαλύτερη συλλογή κομματιών του Μπαλενσιάγκα στη Βρετανία, κολεξιόν η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 με τη συμβολή του περίφημου Βρετανού φωτογράφου μόδας και στενού φίλου του σχεδιαστή, Σέσιλ Μπίτον. Την ίδια ώρα, η έκθεση ρίχνει νέο φως στη δουλειά του Ισπανού μόδιστρου μέσα από δύο ειδικά πρότζεκτ, μια ανάλυση ρούχων του μέσα από ακτινογραφίες αλλά και μια μελέτη του έργου του μέσα από ψηφιακά πατρόν σε συνεργασία με το London College of Fashion.

Δούλευε με δικούς του κανόνες

Ο Μπαλενσιάγκα γεννήθηκε στην Γκεταρία, στη Χώρα των Βάσκων, το 1895. Ο πατέρας του ήταν ράφτης, αλλά πέθανε όταν ο Κριστόμπαλ ήταν μικρός. Το 1937, ο μόδιστρος εγκατέλειψε την Ισπανία λόγω του εμφύλιου πολέμου και κατευθύνθηκε προς το Παρίσι. Στη μεταπολεμική γαλλική πρωτεύουσα, ο Ισπανός εντάχθηκε στο νέο ρεύμα που ξεκίνησε από το «New Look» του Ντιόρ. Σε μια χρυσή εποχή για την υψηλή ραπτική, ο Μπαλενσιάγκα συνεργαζόταν με δεξιοτέχνες όπως ο μαέστρος των κεντημάτων Francois Lesage, για τη δημιουργία αποκλειστικών υφασμάτων από φτερά, πέρλες, παγιέτες και κρύσταλλα Swarovski. Ρούχα του φορούσαν σταρ όπως η Αβα Γκάρντνερ, αλλά και «it girls» εκείνης της περιόδου, όπως η Μαρέλα Ανιέλι και η Γκλόρια Γκίνες.  

Επί μία δεκαετία, ο Ισπανός δούλευε με τους δικούς του κανόνες και αρνούνταν να παρουσιάζει τις συλλογές του στον Τύπο τέσσερις εβδομάδες πριν από τις παραλαβές των ρούχων από τα καταστήματα, όπως ήταν η πρακτική τότε. Αντιθέτως, στην προσπάθειά του να σταματήσει το κοπιάρισμα, οι δημοσιογράφοι ανακάλυπταν τα νέα «λουκ» μία μέρα πριν. Ο σχεδιαστής δεν έγινε ποτέ μέλος του επίσημου οργάνου της γαλλικής υψηλής ραπτικής, Chambre Syndicale de la Haute Couture, με αποτέλεσμα τα ρούχα του, που θεωρούνται ακόμα ένα «μεγάλο σχολείο», να μη φέρουν την επίσημη «στάμπα» της υψηλής ραπτικής.

Απογοητευμένος όμως από την τροπή που είχε πάρει η μόδα, ο Μπαλενσιάγκα αποφάσισε να κλείσει τον οίκο το 1968. Τέσσερα χρόνια μετά πέθανε στην Ισπανία. Χρόνια αργότερα, το 1986, μια γαλλική εταιρεία αγόρασε τα δικαιώματα του ονόματός του και άνοιξε εκ νέου τον οίκο, με κατεύθυνση το πρετ-α-πορτέ. Υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση σχεδιαστών όπως ο Nicolas Ghesquiere και ο Alexander Wang, ο Balenciaga εξελίχθηκε σ’ ένα πολύ «καυτό» brand, το οποίο ανήκει πλέον στο δυναμικό του γκρουπ Kering.

Σύμφωνα με τη θρυλική υπεύθυνη μόδας της αμερικανικής Vogue Νταϊάν Βρίλαντ, στο άκουσμα ότι ο αγαπημένος της Μπαλενσιάγκα είχε αποφασίσει να κρεμάσει τα ψαλίδια του, η «πιστή» Μόνα φον Μπίσμαρκ κλείστηκε στο δωμάτιό της, στη βίλα της στο Κάπρι, για τρεις ολόκληρες ημέρες.  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ