Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Βασιλική Θάνου: Σπάζοντας τους τύπους

Αρχισυνδικαλίστρια. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Μετά πρωθυπουργός και ξανά πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Και τελικά άμισθη παραστάτρια στο πρωθυπουργικό γραφείο. Αν δεν υπήρχε η σταδιοδρομία της Βασιλικής Θάνου, δεν θα μπορούσε κανείς να την επινοήσει. Πριν από εκείνη, κανείς δεν είχε διαγράψει τέτοια τροχιά από τη μία εξουσία στην άλλη, από τη μία βαθμίδα στην άλλη. Γι’ αυτό αδικεί τον εαυτό της, όταν προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «και οι άλλοι τα ίδια έκαναν». Κανένας στη μεταπολιτευτική ιστορία δεν έχει αλλάξει τόσους τίτλους. Κανένας δεν έσπασε τόσο γρήγορα τόσα ταμπού.

Ακούγοντας τις τελευταίες ημέρες τα «ταμπού» –τους τύπους που συγκρατούν τα όρια μεταξύ των εξουσιών– να σπάνε με πάταγο, αναρωτιόταν κανείς τι θα απομείνει μετά τον βρασμό: Απειλείται πραγματικά η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από την –προμελετημένη– κυβερνητική υστερία για μια απόφαση του ΣτΕ; Απειλούνται οι θεσμοί από τα πολιτικά χόμπι που επιλέγει στην αποστρατεία της μια δικαστίνα; Ή μήπως αυτό που περιγράφεται ως καθεστωτισμός είναι αντιπολιτευτική υπερβολή; Μήπως οι προσπάθειες καθεστωτικής επέκτασης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχασαν την πολιτική τους ισχύ προτού προλάβουν να προκαλέσουν μόνιμη βλάβη στους θεσμούς;

Αν υπάρχει βλάβη, αυτή αποτυπώνεται στα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν (και) στην αντιπαράθεση για τη Δικαιοσύνη. Παρ’ ότι εφήμερα, τα πρόσωπα είναι σε θέση να προκαλέσουν τη βλάβη που –αντιστρέφοντας έναν παλιό όρο– θα μπορούσε να ονομαστεί επανάσταση καταβαράθρωσης των προσδοκιών. Οπως η οικονομική κρίση διέλυσε τις εμπεδωμένες βιοτικές προσδοκίες –ποιος περιμένει πια ότι θα ζει από τη σύνταξή του;– έτσι και η δίδυμη θεσμική κρίση δαπανά όσο κύρος είχε απομείνει στις δημοκρατικές αρχές. Τι σημαίνει πια «πρόεδρος του Αρείου Πάγου»; Τι σήμαινε πριν και τι απέμεινε να σημαίνει;

Μόνικα Χριστοδούλου: Ναυμαχία με φλαμίνγκο

Α​​ν, όπως διατείνονται κάτι σχολαστικοί, η νέα ελληνική κουλτούρα είναι όλη προϊόν κακής μετάφρασης, η Μόνικα Χριστοδούλου δεν μπήκε στον κόπο. Δεν υπέβαλε τον εαυτό της στη δοκιμασία της μετάφρασης γιατί από τα είκοσί της στιχουργούσε και τραγουδούσε στα αγγλικά. Η μητρική γλώσσα όμως είναι σαν την Ελληνίδα μάνα. Ματαιώνει και τους πιο ηρωικούς απογαλακτισμούς. Ετσι κυνήγησε και τη Μόνικα, βάζοντάς της πρώτα μπουζούκι στο χέρι και επιβάλλοντας έπειτα στο συναυλιακό της ρεπερτόριο τραγούδια ελληνικά. Ωσπου, πριν από δέκα μέρες, βγήκε στον αέρα η «Στάλα».

Από τη στιγμή που αναρτήθηκε στο YouTube, το τραγούδι προκάλεσε ποταμούς χολής. Ακόμη και οι πιστοί της Μόνικας, τα συνήθως πράα παιδιά της αλτερνατίβας, αντέδρασαν σαν προδομένα. Τι ήταν τούτο; Τι είχε απογίνει το εναλλακτικό τους ίνδαλμα; «Στάλα – στάλα γεμίζει η καρδιά μου, χορεύει ο ντουνιάς». Μα, αλήθεια; Ο ντουνιάς; Ο στίχος έμοιαζε τόσο σοροπιασμένος από τη γλυκερότητα των ελαφρότερων εκδοχών του εντέχνου που κάποιοι τον κατάλαβαν ως σατιρικό. Η περφόρμερ δεν προσχώρησε στο έντεχνο. Αποφάσισε απλώς να το τρολάρει. Εξ ου και η απόπειρα βουγιουκλακικού νιαουρίσματος. Εξ ου και η μάσηση των φθόγγων (στις γαλανές ακρογιαλιέ- εκεί π’ ανθίζουν οι πορτοκαλιέ-) που την έκανε να ακούγεται σαν να έχει μόλις βγει από ατζαμή οδοντίατρο – με τριπλή δόση λιδοκαΐνης στο κάτω φατνιακό νεύρο.

Ηθελημένος ή όχι, ο σκανδαλώδης θόρυβος της «Στάλας» θύμισε πώς είναι να παθιάζεται κανείς για τα ελαφρά, ακόμη κι όταν τα συζητάει σαν να ήταν βαρέως ιερά, με όρους ταυτότητας – εθνικής ορθοφωνίας, θηλυκότητας, εναλλακτικής γνησιότητας. Ακόμη κι όταν μένει η θράκα των πρόσφατων εμφυλιακών εξάψεων, τα ελαφρά είναι λυτρωτικά. Είναι ερζάτς διχασμοί που σηματοδοτούν την εξάντληση των πραγματικών. Σηματοδοτούν, έστω και απατηλά, τη μετάβαση από την εποχή των τεράτων στην εποχή των φλαμίνγκο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ