Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Περίσσευμα κακεντρέχειας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​ίχως ψυχραιμία, δίχως περίσκεψη, δίχως την ικανότητα απόρριψης μόνο του απορριπτέου, αρνούμενοι την ειρήνη, την ενωτική χειρονομία, βάζοντας την επιθετικότητα και την πραότητα στο ίδιο τσουβάλι, οικοδομούμε ένα άτακτο εκρηκτικό σύμπαν. Βρισιές, προτροπές για βίαιες συμπεριφορές, επιτοίχια υβρεολόγια, μισαλλόδοξα παραληρηματικά βίντεο, όλα γίνονται εργαλείο αντίστασης. Σε ποιον; Εντέλει στον διπλανό, τον απέναντι, τον άλλον. Στόχος δεν είναι μόνο η κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, η αστυνομία, τα ΜΜΕ, οι τράπεζες, τα αφεντικά, οι ελεγκτές, οι μετανάστες, οι Εβραίοι, η δημοκρατία, είναι και ο άλλος. Λέξεις όπως ψόφος, κρεμάλα, θάνατος, χώμα κυριαρχούν στον πόλεμο εναντίον ενός, πολλών ή όλων. Ως πρότυπα εκλαμβάνονται μορφές όπως ο «πάτερ» Κλεομένης των βανδαλισμών μνημείων, ΑΤΜ, του καψίματος χαρτονομισμάτων, του πετροβολήματος κεραιών, που με άλλοθι το «δίκιο του κατατρεγμένου» καλλιεργούν σε ευρύτατη κοινωνική βάση λόγω Διαδικτύου και με πρόσχημα τον χαβαλέ, την ανέξοδη καταστροφικότητα. Δεν είναι μόνο οι δρόμοι, οι τοίχοι, τα καταστήματα, οι είσοδοι επιχειρηματικών ομίλων, κομματικών γραφείων που γίνονται χώρος εκτόνωσης της κονσερβαρισμένης οργής των λίγων που πλήττουν περισσότερους και επηρεάζουν όλους. Πλήθος κινήσεις, εξαγγελίες, ρυθμίσεις, δημόσιες τοποθετήσεις, ομιλίες, κρίσεις στέκονται αφορμή για γκρίνια, κράξιμο, χολή. Για εκφράσεις από τα πιο σκοτεινά μας βάθη, σαν να μας χαρακτηρίζει, περισσότερο από τα κοινά δεινά, το περίσσευμα κακίας. Οχι διάλογος, επίθεση· όχι γνώμη, επίκριση, αναζήτηση ή επινόηση του αδύνατου σημείου του αντιπάλου όπου θα εκτοξευθεί το βλήμα.

Γιατί τόση κακεντρέχεια; Από ανασφάλεια, φόβο, στέρηση, κόπωση, τραυματισμένο εγώ, ηθική κατάρρευση, από ένα κράμα αισθημάτων μαζί υπεροψίας και μειονεξίας;

Ομως το σκοτάδι δεν μπορεί να διώξει το σκοτάδι και η χαιρεκακία, όσο κι αν προσφέρεται ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της θλίψης, της αδυναμίας, δεν μπορεί να κάνει πιο εύκολη την τακτοποίηση του κόσμου σε κατανοητά υποσύνολα. Εύκολα εκτοξεύονται χαρακτηρισμοί όπως «κλέφτες», «αλήτες», «φρενοβλαβείς απατεώνες», «φραπεδοφιλόσοφοι», «τεμπελχανάδες», «κατακάθια». Οι άνθρωποι λένε στο Διαδίκτυο, ακόμη και επώνυμα, πράγματα που δεν θα έλεγαν ποτέ αυτοπροσώπως, σαν ό,τι συμβαίνει στον ψηφιακό κόσμο να μην είναι πραγματικό. Ανώνυμα, στον μαγικό χώρο του Ιντερνετ, πλείστοι ανά την υφήλιο διασκεδάζουν ξερνώντας μίσος χωρίς συνέπειες. Τα «τρολ» σπέρνουν το δηλητηριώδες τους σχόλιο παραβιάζοντας τα πρότυπα αποκλεισμού ύβρεων και απειλών που διαθέτουν οι κοινότητες των μέσων δικτύωσης μαζί με ταχύτατα αναπτυσσόμενες ορδές υπαλλήλων που λαμβάνουν αναφορές και μέτρα. Ομως το μίσος αναπαράγεται τόσο καταιγιστικά, που έχει το σαρωτικό καταστροφικό του αποτέλεσμα πριν λειτουργήσει ο επανορθωτικός μηχανισμός «εκκαθάρισης». Γι’ αυτό και έχουν δημιουργηθεί τα λεγόμενα «online ινστιτούτα πρόληψης του μίσους», όπως το ΟΗΡΙ στην Αυστραλία, που αναλαμβάνουν δράση όταν οι μηχανισμοί των δικτύων δεν λειτουργούν.

Δεν είναι όμως το Διαδίκτυο που γεννά το μίσος – απλά το ενδυναμώνει σε ένα συντριπτικό υπερκύμα. Ο διχασμός και η μνησικακία είναι διαχρονικά ζιζάνια. Οι ρίζες πολλές. Οπως εκείνο το ελατήριο μοχθηρίας που εκτρέφεται από μια αιώνια εφηβεία ανίκανη να καταλήξει σε κάτι. Το γεγονός ότι, ενίοτε, πολλοί ζούμε μιμούμενοι, με τρόμο μπροστά στην πρωτοτυπία. Το ότι διαβιούμε εντεύθεν και επέκεινα των ουσιαστικών πραγμάτων, αρνούμενοι να υποσκελίσουμε την ύλη, στο τρίτο πρόσωπο, αποχωρισμένοι από τον εαυτό μας. Το ότι δεν νιώθουμε το βάρος της Ιστορίας, το άχθος τού γίγνεσθαι, βουλιαγμένοι στη βαρυθυμία από την οποία πάσχει όποιος ατενίζει μόνο τη ματαιότητα των πραγμάτων. Μετατρέπουμε τα ακανθώδη σε προσχήματα, ευτελίζουμε τις προσπάθειες του «αντιπάλου», ξεχνάμε τους τελικούς σκοπούς μας και βάζουμε στο ίδιο επίπεδο το ιδανικό και τη σκούπα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ