ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ενα πολιτιστικό κέντρο περισσότερο χρήσιμο παρά... ωραίο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Στο «Καραπάντσειο», η ομάδα μελέτης υπό τον καθηγητή του ΑΠΘ Νίκο Καλογήρου εστίασε στη διατήρηση ελεύθερων, κοινόχρηστων χώρων και στη δημιουργία πλήρως εξοπλισμένου θεάτρου και άλλων αιθουσών στον... αέρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν το 2008, όταν ο Δήμος Μενεμένης - Αμπελοκήπων, στη δυτική Θεσσαλονίκη, αποφάσισε να εκμεταλλευθεί ένα οικόπεδο, στην οδό Μεγάλου Αλέξανδρου 22, ανάμεσα στις πυκνές πολυκατοικίες. Απευθύνθηκε σε δύο φορείς: στο τμήμα Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ και στον τότε υπουργό Πολιτισμού, πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Στόχος; Η δημιουργία ενός πολιτιστικού κέντρου, που θα λειτουργούσε ως ανάσα στην περιοχή «με πολλά μικρομεσαία λουκέτα, ανέργους, παλιννοστούντες Ελληνες από την πρώην Σοβιετική Ενωση και χιλιάδες Ρομά», όπως μας λέει ο δήμαρχος της πόλης Λάζαρος Κυρίζογλου – μια περιοχή τραυματισμένη, αλλά με πλούσιο πολιτισμικό υλικό.

Η ομάδα που συνέστησε ο καθηγητής Νίκος Καλογήρου, σήμερα πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, είχε βάλει στόχο –τον οποίο υλοποίησε πέρυσι– να κατασκευάσει μια αρχιτεκτονική σύνθεση, η οποία θα περιελάμβανε πλήρως εξοπλισμένη αίθουσα 300 θέσεων, βιβλιοθήκη, αίθουσες χορού και γυμναστικής, με χρήση αλουμινίου, επεξεργασμένου ξύλου και πλαστικού. Η μελέτη κράτησε περίπου δύο χρόνια, ενώ το 2010 μπήκαν στον χώρο τα πρώτα συνεργεία. Το πρότζεκτ είχε την αρχική στήριξη του ΥΠΠΟΑ με 5,5 εκατ. ευρώ, ενώ τελικά κόστισε μόλις 3,5 εκατ., μετά τον ανοικτό διαγωνισμό για την εργολαβία. Ταυτόχρονα, το πολιτιστικό κέντρο είχε τη χρηματοδότηση των μεγάλων δωρητών, όπως λέει στην «Κ» ο Λάζαρος Κυρίζογλου, Δημητρίου και Καλλιόπης Καραπάντσιου, με το ποσό των 300.000 ευρώ, που δαπανήθηκε για τον εξοπλισμό του κτίσματος, ενώ εντάχθηκε στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Κεντρικής Μακεδονίας.

Φτάσαμε, όμως, το 2016 και το έργο παραδόθηκε στην τοπική κοινωνία. Το οικόπεδο των μόλις 871 τ.μ. προσφέρει χώρους κύριας χρήσης που αγγίζουν τις 2.000 τ.μ. Οπως λέει στην «Κ» ο Νίκος Καλογήρου, το «Καραπάντσειο» Πολιτιστικό Κέντρο, που πήρε το όνομά του από το ζεύγος των χορηγών, με την αίθουσα «Σοφία Βέμπο», «είναι ένα δείγμα πολιτιστικού δοχείου, που λαμβάνει υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού περιβάλλοντος, είναι χαμηλού προϋπολογισμού, με καθημερινά και φθηνά υλικά, ενώ φυσικά έγιναν συμβιβασμοί, κυρίως οικονομικοί και λιγότερο σχεδιαστικοί, κατά τη διάρκεια της υλοποίησης ενός νέου σημείου αναφοράς στη δυτική Θεσσαλονίκη, δίχως να ξεπεράσουμε ούτε μισό ευρώ τον αρχικό μας προϋπολογισμό. Αυτό είναι άξιο λόγου».

Ο Νίκος Καλογήρου περιγράφει στην «Κ» την προσοχή που δόθηκε στη διατήρηση των ελεύθερων χώρων κοινής χρήσης, όπου έχουν ήδη ξεκινήσει ανοικτές πολιτιστικές εκδηλώσεις, με την «απελευθέρωση του ισογείου με χρήση πιλοτής, εξασφαλίζοντας μεγιστοποίηση του δημόσιου χώρου και ελεύθερη προσπέλαση προς το φυτεμένο δώμα του χώρου στάθμευσης. Υπάρχει ακόμα έμμεση αναφορά στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της περιοχής, με την ανοιχτή εσωτερική αυλή, τη βαρύτερη βάση και την έντονη προεξοχή του θεάτρου στη στέψη».

Είναι ένα έργο εξωστρέφειας, που προορίζεται να μετασχηματιστεί σε κοινωνική και πολιτιστική κυψέλη για την περιοχή, «μια απάντηση στην κρίση», όπως λέει ο αρχιτέκτων. Ποιος ο λόγος, όμως, που το έργο κατάφερε «απλώς» να διακριθεί και να μη βραβευθεί, όπως, εξάλλου, συνέβη με όλα τα υποψήφια κοινόχρηστα έργα για το βραβείο του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής; Ισως υπεύθυνη είναι η επιλογή των φθηνότερων υλικών που επιβάλλει έτσι κι αλλιώς η περιρρέουσα και εξαντλητική κρίση των τελευταίων χρόνων. Ισως, πάλι, ευθύνεται το γεγονός ότι η δημόσια αρχιτεκτονική στη χώρα μας επιβλέπεται όχι από εκείνον που συντάσσει τη μελέτη, αλλά από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες του δήμου ή της πολιτείας. Αυτό, από μόνο του, ασφαλώς, δεν συνεπάγεται τη χαμηλού επιπέδου υλοποίηση ενός έργου. Παρά ταύτα, οι εν λόγω τεχνικές υπηρεσίες φροντίζουν για την εξοικονόμηση πόρων, δίχως να προδίδεται, κατά το μάλλον ή ήττον, το όραμα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. «Και η μελέτη που ολοκληρώσαμε και η υλοποίηση του έργου προσαρμόστηκαν στις ανάγκες της εποχής», λέει ο Νίκος Καλογήρου.

«Αιρετικό έργο»

«Για τον δήμο μας, είναι ένα έργο αιρετικό, που ανατρέπει τα δεδομένα της αρχιτεκτονικής μας. Η ωφέλεια του χώρου, το θέατρο που βρίσκεται κυριολεκτικά “στον αέρα”, η πλατεία με τον κήπο θα συμβάλλουν στην εκτόνωση των πολιτών, ενώ οι δραστηριότητες στο πολιτιστικό κέντρο θα είναι σε άμεση επαφή με τον διερχόμενο πολίτη. Ξέρετε, ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο ορισμένων περιοχών, κι εμείς δεν είμαστε πολίτες ενός κατώτερου θεού στους Αμπελοκήπους και στη Μενεμένη», υπογραμμίζει στην «Κ» ο δήμαρχος Λάζαρος Κυρίζογλου. Το «Καραπάντσειο» Πολιτιστικό Κέντρο είναι ένα έργο χρήσιμο, όπως λένε οι συντελεστές του – μπορεί να υπολείπεται σε αρχιτεκτονική «δεινότητα», ωστόσο συμβάλλει και αυτό στις ελάχιστες πολιτιστικές υποδομές που διαθέτει η ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Αλλο, όμως, η χρησιμότητα ενός κτιρίου και άλλο η αρχιτεκτονική του αξία, όπως κατέδειξαν τα βραβεία του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής. Οπως και να ’χει, ο χρόνος θα δείξει...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ