ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Πρέπει να ανακτηθεί ο χαμένος χρόνος για τη χώρα»

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

Σύμφωνα με τον κ. Δ. Λιάκο, υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ, για να κλείσει γρήγορα η τρίτη αξιολόγηση, πρέπει να ξεκαθαρίσει το θέμα της συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η επιστροφή στις αγορές είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την οριστική έξοδο από τα μνημόνια. Απαιτούνται δημοσιονομική ισορροπία, εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων και ένα σύγχρονο παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται στην εξωστρέφεια και στους διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς, τονίζει ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ Δημήτρης Λιάκος. Επίσης, σημειώνει πως πρέπει να υλοποιηθούν έγκαιρα τα συμφωνηθέντα, αλλά και να ξεκαθαρίσει το θέμα της συμμετοχής του ΔΝΤ, ώστε να κλείσει γρήγορα η τρίτη αξιολόγηση.

– H επιστροφή στις αγορές είναι διατηρήσιμη; Τι πρέπει να κάνει η ελληνική κυβέρνηση ώστε να είναι επιτυχείς και οι επόμενες εκδόσεις;

– Ασφαλώς είναι. Μήνα με τον μήνα μπορούμε να ισχυροποιούμε την παρουσία μας και να κερδίζουμε βαθμούς εμπιστοσύνης που θα αποτυπώνονται στη μείωση των αποδόσεων των ομολόγων μας. Οι πιθανότητες επιτυχίας των επόμενων εκδόσεων θα είναι μεγαλύτερες όσο διατηρούμε τη δημοσιονομική μας ισορροπία, εμβαθύνουμε τις μεταρρυθμίσεις και προωθούμε ένα σύγχρονο παραγωγικό πρότυπο που βασίζεται στη νέα γνώση, στην εξωστρέφεια, στους διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς.

– Αρκούν μία ή περισσότερες εκδόσεις ομολόγων για να κλείσει το κεφάλαιο των μνημονίων και της εποπτείας;

– Η επανάκτηση της πρόσβασής μας στις αγορές είναι το ασφαλές μέσο για το τέλος της εποπτείας, αλλά δεν είναι η κύρια προϋπόθεση. Είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη. Καίρια προϋπόθεση είναι οι αλλαγές και ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας με τα χαρακτηριστικά που σας προανέφερα.

– Ανησυχείτε μήπως η τρίτη αξιολόγηση είναι μια επανάληψη της δεύτερης, από πλευράς διάρκειας;

– Οι καθυστερήσεις παράγουν αβεβαιότητα. Κι αυτό δεν συμφέρει κανέναν. Στόχος μας είναι να τηρήσουμε τα χρονοδιαγράμματα και να ολοκληρώσουμε τις αξιολογήσεις εγκαίρως, ώστε να φτάσουμε ομαλά στο τέλος του προγράμματος και να περάσουμε στην επόμενη φάση. Βεβαίως, δεν εξαρτάται μόνο από εμάς. Yψίστης σημασίας τους προσεχείς μήνες είναι το θέμα της συμμετοχής του ΔΝΤ. Oσο αυτό παραμένει ανοιχτό, δημιουργούνται τριβές σε πολλά θέματα και πολλαπλά επίπεδα. Καθώς η τρίτη αξιολόγηση είναι η τελευταία δύσκολη στροφή πριν από την τελική ευθεία για το τέλος του προγράμματος, θα προχωρήσουμε συντονισμένα στην υλοποίηση όλων των υποχρεώσεών μας, προετοιμάζοντας παράλληλα την κοινωνία και την οικονομία για τη μετάβαση στη μεταμνημονιακή εποχή.

– Πόσο ελκυστική είναι μια χώρα όταν χρειάζονται δέκα ή και περισσότερα χρόνια για να εγκριθεί μια επένδυση;

– Πρόκειται για χρόνιο πρόβλημα. Ολοι το διαπιστώνουν, αλλά λίγοι καταπιάνονται με την επίλυσή του. Επειτα από τόσα χρόνια που το διαπιστώνουμε, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για την παράταση αυτής της κατάστασης, πρέπει να τελειώνουμε. Πέρα από τις συγκεκριμένες δράσεις που περιέχει το πρόγραμμα, με δική μας πρωτοβουλία επιταχύνουμε όλα τα απαραίτητα βήματα που αφορούν την ηλεκτρονική αδειοδότηση των επιχειρήσεων, τον χωροταξικό σχεδιασμό για επενδύσεις, τις απαραίτητες περιβαλλοντικές διατάξεις, τις χρήσεις γης, όλα όσα θα μπορούσαν να διευκολύνουν την πραγματοποίηση μιας επένδυσης. Πρέπει να ανακτηθεί ο χαμένος χρόνος για τη χώρα. Ταυτόχρονα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις και συμπεράσματα έγκυρων διεθνών οργανισμών για το τι δεν πάει καλά στη χώρα μας όσον αφορά την προσέλκυση επενδύσεων. Αναφέρομαι στους δείκτες αναφοράς του «doing business» της Παγκόσμιας Τράπεζας. Είναι εξαιρετικά χρήσιμοι από αυτήν την άποψη και δεν είναι τυχαία η βαρύτητα που δίνουν πολλές κυβερνήσεις στην κατάταξη των χωρών τους, τόσο στη βασική όσο και στις επιμέρους κατηγορίες αυτών των δεικτών.

– Πόσο ανταγωνιστική είναι μια οικονομία, στην οποία φόροι και εισφορές αφαιρούν το 60% ή το 70% του εισοδήματος;

– Πράγματι, η φορολογική πίεση είναι μεγάλη και ιδίως για τα μεσαία στρώματα της χώρας – αυτά που έχουν κατεξοχήν πληγεί από την κρίση. Γνωρίζετε, όμως, ότι η φορολογική πολιτική είναι προσαρμοσμένη στις έκτακτες συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα. Με την επιστροφή σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και την οριστική διευθέτηση του χρέους, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες κανονικότητας που θα επιτρέψουν την αποκλιμάκωση των συντελεστών για τις επιχειρήσεις αλλά και για τα φυσικά πρόσωπα σε βραχύ ορίζοντα. Αυτός είναι ο στόχος μας. Η ανταγωνιστικότητα, από την άλλη, είναι σύνθετη και πολυπαραγοντική έννοια και δεν εξαντλείται στη φορολογία ή/και στη μείωση των μισθών. Μεταβλητές όπως η ρευστότητα, το κόστος χρήματος, το κόστος της ενέργειας, το γραφειοκρατικό βάρος, είναι εξαιρετικά σημαντικές. Η φορολογία πρέπει να μειωθεί και θα μειωθεί, δεν αρκεί αυτό για να έχουμε ανταγωνιστική οικονομία.

– Συχνά, υπουργοί ή στελέχη σας υποστηρίζουν ότι το μνημόνιο είναι τόσο ασφυκτικό, που δεν επιτρέπει να κάνετε τίποτε άλλο. Νομίζετε ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να γίνουν με στόχο την τόνωση της οικονομίας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής εντός των περιορισμών που θέτει η συμφωνία με τους πιστωτές;

– Το μνημόνιο είναι ένα ολιστικό πρόγραμμα με ισχυρές δεσμεύσεις και συγκεκριμένη οικονομική λογική. Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια που μπορούμε να τα εκμεταλλευθούμε, αρκεί να έχουμε συγκεκριμένη στόχευση και την κατάλληλη τεκμηρίωση των θέσεων και των προτάσεών μας. Να σας θυμίσω, για παράδειγμα, ότι αποδεχθήκαμε περιοριστικά μέτρα 2% μετά τη λήξη του προγράμματος, προκειμένου να συμμετάσχει και το ΔΝΤ, όπως επιθυμούσαν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, ωστόσο ταυτόχρονα επιδιώξαμε και πετύχαμε αντιστάθμισμα 2% σε μέτρα τόνωσης της οικονομίας. Επίσης, σημειώνω ότι ο εξωδικαστικός συμβιβασμός σχεδιάστηκε πάνω στις ανάγκες της ελληνικής επιχειρηματικότητας και θα δώσει ανάσα σε πολλές επιχειρήσεις. Το ίδιο έγινε και με τις ρυθμίσεις για τα χρέη των ασφαλιστικών ταμείων ή, πρόσφατα, με τη δημιουργία της αναπτυξιακής τράπεζας.

Στο κοινωνικό πεδίο ανασχεδιάζουμε τα κοινωνικά προγράμματα και μεγιστοποιούμε την αποτελεσματικότητά τους. Πείσαμε ότι οι πόροι για την κοινωνική πολιτική, την Υγεία και την Παιδεία πρέπει να αυξηθούν και χάρη στη αποτελεσματική δημοσιονομική πολιτική μας αυτό κατέστη εφικτό. Επομένως, υπάρχουν περιθώρια ακόμα και στο πλαίσιο ενός αντικειμενικά ασφυκτικού προγράμματος.

Ωστόσο, πρέπει να μην αγνοούμε ότι και το ίδιο το πρόγραμμα περιέχει μεταρρυθμίσεις που αποτελούν και δικά μας πολιτικά προτάγματα, δηλαδή αναγκαίες μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες ενός σύγχρονου, φιλοευρωπαϊκού, προοδευτικού χώρου. Παράδειγμα, η έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης. Χωρίς αυτήν, αφενός παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφετέρου και οι επενδυτές θα είναι απρόθυμοι να εμπιστευθούν τη χώρα μας. Ολοι τονίζουν την ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων αλλά αυτές θα προκύψουν ως αποτέλεσμα και της εμπέδωσης του κράτους δικαίου. Συναφές είναι το ζήτημα του δημόσιου τομέα. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη βρίσκει στα μνημόνια το βολικό πάτημα για να εξαϋλώσει τον δημόσιο τομέα. Αντίθετα, εμείς πρέπει να πείσουμε ότι το Δημόσιο δεν είναι εμπόδιο αλλά ένα ισχυρό εργαλείο που προστατεύει την κοινωνία και εξυπηρετεί την οικονομία όταν φροντίσουμε να λειτουργεί αποτελεσματικά. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να εισάγουμε τεχνικές, μεθόδους και εργαλεία που να προκαλέσουν τον εκσυγχρονισμό της και θα αποκαταστήσουν τη σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη/φορολογούμενο, αποτρέποντας τη συνεχή αναπαραγωγή του πελατειακού κράτους. Να κλείσω, σημειώνοντας το ζήτημα της οικολογικής προστασίας που είναι ένα ευαίσθητο ζήτημα για όλους και ειδικά για τον αριστερό χώρο. Πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Τα στοιχεία για τα ποσοστά ανακύκλωσης, για παράδειγμα, είναι απελπιστικά. Είναι υποχρέωσή μας ο σχεδιασμός μιας εθνικής πολιτικής για τη βέλτιστη διαχείριση των αστικών και όχι μόνο αποβλήτων.

Με οδηγό την πολιτική συναίνεση

– Σε όλες τις χώρες που μπήκαν σε μνημόνιο υπήρξε ελάχιστη πολιτική συναίνεση. Στην Ελλάδα μπορούμε να βγούμε από την κρίση σε συνθήκες πόλωσης;

– Οι συνθήκες πόλωσης και η τεχνητή έξαρσή τους ενίοτε εξυπηρετούν τους μικροκομματικούς υπολογισμούς, αλλά η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια να συντηρεί μιαν αντιπαράθεση με παλαιοκομματικούς όρους των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Αν αυτή η πόλωση (που, προς το παρόν, δεν φαίνεται να διχάζει το κοινωνικό σώμα, μάλλον απέχθεια του προκαλεί…) συνεχιστεί, εκτός από βλαπτική μπορεί να γίνει και επικίνδυνη. Αναμφίβολα, υπάρχουν βαθιές ιδεολογικές διαφορές, εναλλακτικές θεωρήσεις και διαμετρικά αντίθετες προσεγγίσεις επιμέρους ζητημάτων. Πρέπει, όμως, μέσω του διαλόγου και με ένα ελάχιστο επίπεδο συναίνεσης, να προσέλθουμε όλοι σε μια ειλικρινή συζήτηση για το μέλλον της χώρας. Ολοι μπορούν να συμβάλουν σε αυτήν, κανείς δεν περισσεύει. Πρέπει να φανούμε αντάξιοι της κρισιμότητας των ιστορικών στιγμών που διέρχεται η χώρα. Οταν, όμως, η «πολιτική συζήτηση» γίνεται μέσω social media, με «ευρηματικές» ατάκες και ακραίες ρητορείες, τότε η παραπάνω σκέψη φαίνεται ουτοπική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ