Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Στέλιος Παππάς
Η σημειολογία του δράκου

Ο​​ Στέλιος Παππάς είναι ο καλύτερος σύμμαχος του νεοφιλελευθερισμού. Αν ήθελε κάποιος να απαξιώσει αυτό που διαφημίζεται ως η πρώτη «αποϊδιωτικοποίηση» δεν θα μπορούσε να το καταφέρει καλύτερα από τους αυτουργούς της. Δεν θα μπορούσε να καταστρώσει «σημειολογία» πιο πλούσια από αυτή που προέβαλε ο υπουργός Υποδομών ανακοινώνοντας τον νέο πρόεδρο του ΟΑΣΘ. Τα σημεία που συνθέτουν αυτήν τη «σημειολογία» δεν εξαντλούνται στο βιογραφικό του συνδικαλιστή οικονομολόγου. Το πιο βαρύ σημείο αναδεικνύεται αν το τοποθετήσει κανείς μέσα στα συμφραζόμενα του τελευταίου ζωντανού συριζαϊκού ισχυρισμού: «Και οι προηγούμενοι τα ίδια έκαναν». Ο διορισμός του νέου προέδρου του ΟΑΣΘ υπερακοντίζει κατά πολύ τις καθιερωμένες πρακτικές εργαλειοποίησης του κράτους. Οχι μόνο επειδή αντιστρέφει τη φορά της διαδοχής – τα παιδιά αποκαθιστούν τους γονείς. Αλλά επειδή η υπεράσπιση αυτής της ριζοσπαστικής αντιστροφής γίνεται με απροκάλυπτα επιθετικό τρόπο.

«Εγώ είμαι από το ’60 οργανωμένος στην Αριστερά», λέει ο νέος πρόεδρος του ΟΑΣΘ. Αυτοσυστηνόμενος κάποτε ποιητικά ως εκπρόσωπος της «δρακογενιάς», από την οποία εκβλάστησαν οι σαραντάρηδες της σημερινής εξουσίας, επικαλείται τώρα την υπερπεντηκονταετή στράτευσή του σε σκέτη πρόζα, ως αμάχητο τεκμήριο επάρκειας.

Η γενιά, άραγε, στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε δικαίωμα ψήφου, οι δεκαεφτάρηδες που γεννήθηκαν στο γύρισμα του αιώνα, ποιους δράκους βλέπει μπροστά της; Με ποια «σημειολογία» ψεκάζονται αυτοί που, όταν ο Γιούνκερ πρόφερε το ιστορικό «game over», ήταν-δεν ήταν εννέα ετών; Αυτοί που δεν γνωρίζουν άλλη πατρίδα από την Ελλάδα της κρίσης· την Ελλάδα όπου το μόνο «διαβατήριο» για την επιτυχία είναι κυριολεκτικά το διαβατήριο;

Δρακοδαγκωμένη, η γενιά της κρίσης έχει αφομοιώσει τη «σημειολογία»: Εδώ ισχύει μόνο ο νόμος του κόμματος, του αίματος και της τύχης.

Αρλέτα
Μικροδράματα χωρίς σκηνοθεσία

Η​​ Αρλέτα έζησε έτσι ώστε να μην μπορούν εύκολα να της γράψουν νεκρολογίες. Εζησε, όπως τραγούδησε: ψιθυριστά. Σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, έκοψε τη δημοσιογράφο όταν την άκουσε να ρωτάει «στην καριέρα σας...». «Ποια καριέρα, καλή μου κυρία; Δεν έχω κάνει καριέρα».

Ποια καριέρα; Η καριέρα προϋποθέτει σχέδιο, ενορχήστρωση. Η «ορχήστρα» της Αρλέτας ήταν μόνο μια κιθάρα. Η σταδιοδρομία της ήταν εσωτερική, αποσυρμένη στους τέσσερις τοίχους ενός αθηναϊκού διαμερίσματος. Ετσι ήταν και τα τραγούδια της – και αυτά που έγραψε η ίδια και αυτά που της έγραψαν οι άλλοι. Μικροδράματα διαμερίσματος, εκτελεσμένα από μια φωνή εύθραυστη, αλλά γυμνασμένη στην ειρωνεία. Μια φωνή που απηχούσε την επίγνωση ότι δεν τραγουδάει κάτι τόσο σπουδαίο για να δικαιολογεί την ένταση, αλλά ούτε και κάτι τόσο ασήμαντο για να του αξίζει η σιωπή.

Με κάτι ελάχιστα πιο ηχηρό από τη σιωπή, οι μπαλάντες αυτές δεν κατάφεραν απλώς να επιβιώσουν. Εζησαν δύο και τρεις ζωές σε δύο και τρεις γενιές. Τι είναι αυτό που τις κάνει να αντιστέκονται στη χρονολόγηση – που τις κάνει να ακούγονται σαν να γράφτηκαν χθες το πρωί; Είναι μάλλον ότι διηγούνται ιστορίες ανέγγιχτες από την Ιστορία – με ιώτα κεφαλαίο. Και ότι η ευαισθησία τους δεν δανείστηκε τα σχήματα καμιάς λυρικής μόδας.

Αν κάτι ακούγεται όντως «ρετρό» στα χιλιοπαιγμένα τα τελευταία εικοσιτετράωρα αρλετικά κλιπάκια στο YouTube, είναι η αισθητική του ιδιωτικού βίου που μπορούσε να υπάρχει και ασκηνοθέτητος. Η Σερενάτα, ο Τάκης, ο λύκος, ο ναυαγισμένος άγιος – ήταν όλοι πλάσματα ενός κόσμου που μπορούσε να βρίσκει υπόσταση χωρίς να πατάει στις αφηγηματικές δομές των media. Πλάσματα που δεν έψαχναν το νόημά τους στο ξένο βλέμμα. Που μπορούσαν να κοιτούν εντός τους και όχι το γυάλινο ματάκι στην άκρη του σελφοκόνταρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ