ΘΕΑΤΡΟ

Ο «άγριος» Χορός των Περσών

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού κατά τη διάρκεια και στο τέλος εισέπραξαν οι «Πέρσες» με την Κ. Καραμπέτη (επάνω) στον ρόλο της Ατοσσας και τον σκηνοθέτη Αρη Μπινιάρη ως κορυφαίο του Χορού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Και ξαφνικά συσκότιση. Η Επίδαυρος βυθίστηκε στο σκοτάδι προτού φωτίσει ένας προβολέας τον στρατιώτη-μέλος του Χορού που θα έδινε το μουσικό «σήμα» για την έναρξη της παράστασης και το μοτίβο που θα την ακολουθούσε μέχρι το τέλος. Στην πρώτη του αναμέτρηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά, με το αρχαίο θέατρο, ο Αρης Μπινιάρης με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου εκμεταλλεύτηκε και ανέδειξε τη μουσικότητα των «Περσών» του Αισχύλου (μετάφραση: Παναγιώτη Μουλλά) με έναν νέο, φρέσκο, μουσικό κώδικα, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Χορού και την ερμηνευτική δεινότητα των ηθοποιών του, ενώ ως κορυφαία στιγμή του έργου καταγράφεται η σκηνή της «Επίκλησης» του Δαρείου με μια χορογραφία που μοιάζει να έλκεται από τη Γη και τον κόσμο των νεκρών.

Ο Χορός των «Περσών», ο οποίος αποτελούνταν από νέους στρατιώτες και όχι από «γέροντες», αναδείχθηκε ο μεγάλος πρωταγωνιστής της παράστασης. Η αδιάκοπη κίνηση (Λία Χαράκη), σε συντονισμό με τις μεταβολές του ρυθμού –το αίσθημα της αγωνίας εναλλασσόταν με περισσότερη αγωνία και ανησυχία– και οι μελετημένες παύσεις σε σημαντικά γεγονότα της πλοκής, όπως η ανακοίνωση του Αγγελιαφόρου για τον χαμό του περσικού στρατού, έδιναν τις αναγκαίες «ανάσες» στη ροή της δράσης. Τα μουσικά όργανα (τζουράς, τύμπανα) συνδυάστηκαν με ένα νεο-παραδοσιακό ύφος μουσικής απαγγελίας (με στοιχεία χιπ χοπ και πολυφωνικού) με τις κύριες φωνές να συνοδεύονται άλλοτε από ψιθύρους άλλοτε από ψαλμωδίες και άλλοτε από επαναλήψεις φράσεων που λειτουργούσαν ως ένδειξη για την αλλαγή της κοινής γνώμης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ως Ατοσσα μετέφερε με καθαρότητα τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και την αυτοκυριαρχία της βασίλισσας που μαθαίνει για την καταστροφή του περσικού στρατού και συνειδητοποιεί την αλαζονεία του γιου της Ξέρξη. Η κίνησή της, μετρημένη και αυστηρή στην αρχή, αλλάζει στην επίκληση του Δαρείου. Ενώνεται σωματικά με την κίνηση του Χορού σε μια ιεροτελεστία που μοιάζει φερμένη από τη μακρινή Ανατολή και ολοκληρώνεται με έναν δερβίσικο στροβιλισμό, μια σωματική καταπόνηση μεγάλης διάρκειας, που συμβολίζει την «είσοδό» μας σε μια άλλη διάσταση, στην οποία οι ζωντανοί συνομιλούν με τους νεκρούς.

Ο Νίκος Ψαρράς δίνει μια ήρεμη ερμηνεία του Δαρείου, ο οποίος μιλάει με τη σοφία των νεκρών, χωρίς περιττές εξάρσεις και μεταφέρει το γενικότερο μήνυμα για την ανθρώπινη ματαιοδοξία και αλαζονεία. Ο Χάρης Χαραλάμπους στέκεται στο ύψος του ρόλου του Αγγελιοφόρου, ενώ ο Αντώνης Μυριαγκός παρουσιάζει έναν Ξέρξη που βρίσκεται εκτός πλαισίου, σε έναν άλλο κώδικα, αλλά μάλλον όχι άδικα αφού όλη η παράσταση μας προετοιμάζει για την εμφάνιση ενός ημιπαράφρονα και αλαζόνα στρατηλάτη που οδήγησε τις δυνάμεις του σε αφανισμό.

Τα μικρόφωνα που χρησιμοποίησε ο σκηνοθέτης βοήθησαν να μεταφερθεί κάθε (αναγκαίος) ψίθυρος από το στόμα του Χορού αλλά ίσως λειτούργησαν περιοριστικά στις δυνατότητες των υπόλοιπων ηθοποιών. Οι φωτισμοί προσμετρούνται στα θετικά της παράστασης (Γεώργιος Κουκουμάς), ενώ οι ενδυματολογικές επιλογές κινήθηκαν σε μια μάλλον συντηρητική γραμμή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ