ΜΟΥΣΙΚΗ

Επιτυχημένη πρεμιέρα για τον «Σουίνι Τοντ»

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Το σκοτεινό Λονδίνο του Τσαρλς Ντίκενς απέδωσε το σκηνικό του Πάρι Μέξη, ενώ η Καμεράτα προσέφερε μία ακόμη καλοκουρδισμένη και έξυπνα χορογραφημένη παράσταση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Συνεχίζοντας την παράδοση των τελευταίων ετών, η Καμεράτα και ο αρχιμουσικός της Γιώργος Πέτρου πρότειναν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών ένα ακόμη αμερικανικό μιούζικαλ. Αυτή τη φορά στο Ηρώδειο, στις 30 Ιουλίου, σειρά είχε ο «Σουίνι Τοντ», το «μουσικό θρίλερ» σε μουσική και στίχους του Στίβεν Σόντχαϊμ. Η παράσταση θα επαναληφθεί στις 31 Αυγούστου.

Το συγκεκριμένο έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μπρόντγουεϊ το 1979 και είναι γνωστό στους περισσότερους από την κινηματογραφική ταινία του Τιμ Μπάρτον με πρωταγωνιστή τον Τζόνι Ντεπ. Χαρακτηριστικά βρετανικής αισθητικής, τόσο ως προς την υπόθεση όσο και ως προς το μαύρο χιούμορ, διαδραματίζεται στο Λονδίνο του Τσαρλς Ντίκενς. Αφορά έναν κουρέα που θανατώνει τους «υποκριτές» και «ηθικολόγους» εκπροσώπους της άρχουσας τάξης, οι οποίοι τον είχαν αδικήσει. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια της εξίσου δαιμόνιας κυρίας Λάβετ, τους τεμαχίζει και τους χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη για κρεατόπιτες, τις οποίες εμπορεύεται. Αυτά, στο πλαίσιο μιας «ανθρωποφαγικής» κοινωνίας.

Ως προς τη μουσική, το έργο ακολουθεί την παράδοση των αμερικανικών μιούζικαλ, ιδιαίτερα δε των σκηνικών έργων του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, όπως τα «Ουέστ σάιντ στόρι», «Ταραχή στην Ταϊτή» και άλλα, ωστόσο χωρίς τη πηγαία μελωδική έμπνευση εκείνων. Ο Σόντχαϊμ χρησιμοποιεί με έξυπνο τρόπο πολλά μουσικά στερεότυπα, εγγράφοντάς τα σε έναν σφιχτό μουσικό ιστό. Ετσι, ενώ έχει κανείς την αίσθηση ότι όλα κάπου τα έχει ξανακούσει, το αποτέλεσμα διακρίνεται από συνοχή και ενιαίο ύφος. Οπως πάντα, ο Πέτρου παρουσίασε την πλήρη εκδοχή, με όλα τα τραγούδια των δευτερευόντων ρόλων, ανεβάζοντας τη συνολική διάρκεια της βραδιάς στις τρεις ώρες. Για μια ηχογράφηση, θα ήταν η σωστή επιλογή. Για μία παράσταση στο άβολο Ηρώδειο, με ένα και μόνο διάλειμμα, ίσως το ξανασκεφτόταν κανείς.

Ο Σόντχαϊμ, όπως όλο και περισσότεροι συνθέτες της σύγχρονης εποχής, άφησε την ενορχήστρωση σε άλλον, σαν αυτή να έχει δευτερεύουσα σημασία. Στην Αθήνα ακούστηκε η πρωτότυπη εκδοχή του Τζόναθαν Τιούνικ, αλλά το μιούζικαλ υφίσταται σε διάφορες ακόμη μορφές του ιδίου ή άλλων. Σε παράσταση στο Λονδίνο το 2004, μάλιστα, δεν υπήρχε διόλου ορχήστρα καθώς οι ερμηνευτές έπαιζαν οι ίδιοι μουσικά όργανα πάνω στη σκηνή.

Αριστη διανομή

Συνολικά, η παράσταση υπήρξε εξαιρετικά καλοδουλεμένη και συντονισμένη. Το σκηνικό του Πάρι Μέξη, τα κοστούμια της Γεωργίνας Γερμανού και οι φωτισμοί των Γιώργου Τέλλου και Στέλλας Κάλτσου απέδωσαν ατμοσφαιρικά το απειλητικό και πολλαπλά σκοτεινό Λονδίνο των μέσων του 19ου αιώνα. Ο Γιώργος Πέτρου υπέγραψε τη σκηνοθεσία, όπως επίσης την απόδοση του κειμένου στα ελληνικά. Αποδείχτηκε πολύ επιτυχέστερος από αρκετούς επαγγελματίες σκηνοθέτες, καθώς η κίνηση των προσώπων υπαγορευόταν από τη μουσική, βασικό στοιχείο, ιδιαίτερα σε ένα μιούζικαλ. Η παράσταση διέθετε ρυθμό και παρά τη διάρκειά της δεν έκανε κοιλιές. Την κινησιολογία υπέγραφαν επίσης η Ζωή Χατζηαντωνίου και ο Κώστας Τσιούκας.

Κρίσιμο στοιχείο της επιτυχίας υπήρξε η απόδοση του έργου στα ελληνικά και η συνολικά ιδιαίτερα επιτυχημένη διανομή. Τους ρόλους μοιράστηκαν ηθοποιοί και λυρικοί καλλιτέχνες. Οι πρώτοι έμοιαζαν περισσότερο στο στοιχείο τους, καθώς το έργο απαιτεί περισσότερο υποκριτικές παρά φωνητικές αρετές. Επίσης, οι φωνές τους ήταν σε αρμονικότερη σχέση με τη μικροφωνική εγκατάσταση, καθώς οι λυρικοί τραγουδιστές έχουν εκπαιδευτεί να τραγουδούν χωρίς αυτά. Εξαιρετική υπήρξε η Νάντια Κοντογεώργη ως δαιμονική, γεμάτη ενέργεια Νέλι Λάβετ και αποκάλυψη ο Αρης Πλασκασοβίτης ως Τόμπι Ραγκ, με έξοχη κίνηση και θαυμάσιο τραγούδι. Σε δύο ρόλους–βινιέτες ξεχώρισαν η Αννα Κουτσαφτίκη ως Ζητιάνα και ο Γιάννης Χριστόπουλος ακριβής και σβέλτος ως Αντόλφο Πιρέλι. Το ζευγάρι των νεαρών εραστών υποδύθηκαν με επιτυχία ο γλυκόλαλος Γιάννης Καλύβας και η λυρική Μυρσίνη Μαργαρίτη. Ο Χριστόφορος Σταμπόγλης υπήρξε αρκούντως «σκοτεινός» δικαστής Τέρπιν ενώ και ο Χρήστος Κεχρής ξεχώρισε στον ρόλο του Επιτρόπου Μπάμφορντ: θαυμάσια κίνηση, τραγούδι, έκφραση. Τον κεντρικό ρόλο ανέλαβε ο Χάρης Ανδριανός. Ταλαντούχος και χαρισματικός λυρικός καλλιτέχνης, άξιος πάνω απ’ όλα σε κωμικούς ρόλους, αντεπεξήλθε χωρίς προβλήματα στις απαιτήσεις, αλλά δεν υπήρξε όσο «δαιμονικός» και «απειλητικός» απαιτεί ο ρόλος του συγκεκριμένου κουρέα.

Είναι περιττό να υπογραμμιστούν η καθοριστική σημασία της Καμεράτας και του Πέτρου στην επιτυχία του θεάματος. Χάρη στη δική τους παρουσία διασφαλίστηκαν ο ρυθμός και το νεύρο σε ένα έργο, που από μόνο του και στην πλήρη μορφή του δεν είναι βέβαιο ότι θα έπειθε.

Αναμένεται λύση

Και όλος αυτός ο απίστευτος κόπος, η τρομακτική επένδυση ενέργειας για δύο παραστάσεις! Από έναν οργανισμό, ο οποίος παρά τις δύσκολες, αποτρεπτικές, σχεδόν απαγορευτικές συνθήκες, χωρίς διοικητικό συμβούλιο από το 2015 και δίχως πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους, εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός στην Αθήνα, ο οποίος εκτός από την Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει τακτικά, με συνέπεια και αξιώσεις, όπερες, οπερέτες και μιούζικαλ. Χειμώνα - καλοκαίρι. Γεμίζοντας τις αίθουσες. Παράλληλα, πραγματοποιεί με επιτυχία ηχογραφήσεις με δισκογραφικούς κολοσσούς. Σταθερά, εδώ και χρόνια. Παρούσα στην παράσταση ήταν η υπουργός Πολιτισμού. Αναμένεται λύση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ