Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αλέξης Τσίπρας
«Κανονικότητα» με εισαγωγικά

Τ​​o 2004 το σατιρικό περιοδικό The Onion για να αποχαιρετίσει τον πατέρα της αποδόμησης είχε βάλει τον τίτλο: Ο ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ «ΑΠΕΒΙΩΣΕ». Σατίριζε έτσι τη συνήθεια του εκλιπόντος να μονώνει τις λέξεις με εισαγωγικά για να τις προστατεύσει από την τυραννία του νοήματος. Σε συνθήκες υπαρκτού μεταμοντερνισμού, η κατάχρηση της στίξης επιβάλλεται. Ας πούμε, αξιολόγηση. Πώς να μην κλείσεις σε εισαγωγικά την «αξιολόγηση» που, για να συντελεστεί, προβλέπει μπόνους σε όλους τους υπαλλήλους; Ή –άλλο παράδειγμα– πώς μπορείς να καταγράψεις το πρότζεκτ του ΟΑΣΘ χωρίς να ταμπονάρεις τον όρο «αποϊδιωτικοποίηση»;

Εισαγωγικά δεν χρειάζονται μόνο οι λέξεις. Χρειάζονται πια και οι αριθμοί. Οταν ο πρωθυπουργός λέει 15.000 στρέμματα, εννοεί, τρόπος του λέγειν «15.000». Ο Τσίπρας εγκαινίασε έτσι την πολιτική σεζόν με το άκαυστο σύνθημά του: Οι προηγούμενοι ήταν χειρότεροι. Η εμμονή σε αυτήν τη γραμμή επιβεβαιώνει εκείνους που πιστεύουν ότι, αν σε κάτι μπορεί να ποντάρει ακόμη ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ούτε στις μικρές πελατείες, που πασχίζει να συντηρήσει, ούτε στα ερείσματα που προσπαθεί να στερεώσει στο κράτος και στα media. Το αληθινό του όπλο είναι τα ανακυκλώσιμα υπολείμματα του αντιμνημονιακού μείγματος. Το αληθινό του ρίζωμα είναι στο μέρος εκείνο του εκλογικού σώματος που παραμένει θυμωμένο, δύσπιστο προς την Ευρώπη, φιλικό προς τον Πούτιν, εχθρικό προς το «σύστημα». Αν ο Τσίπρας μπορεί κάπως να περισώσει τη δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ, είναι, λένε, μόνο ως φωτογενής αντισυστημικός. «Αντισυστημικός» απέναντι σε ένα σύστημα που δεν υπάρχει πια – αφού τα κόμματα και τα ΜΜΕ που υποτίθεται ότι το συγκροτούσαν είτε εξέλιπαν είτε μεταμορφώθηκαν. Και «φωτογενής» χλωμά, με ό,τι απομένει στη σπαταλημένη του περσόνα.

Την κανονικότητα, που ευαγγελίζεται, δεν τη χρειάζεται. Χρειάζεται το δράμα. Χρειάζεται μια μη καταστροφή, μια «κανονικότητα» στασιμότητας στην οικονομία, συνδυασμένη με όξυνση στα άλλα πεδία. Κανονική κανονικότητα θα τον καθιστούσε παράταιρο.

Στιβ Μπάνον
Ο μηχανικός της ιδεοληψίας

Τ​​ι κάνει τον ακροδεξιό ακροδεξιό; Το μίσος του για την παγκοσμιοποίηση και το σύστοιχο αίτημα για επιστροφή σε μια προστατευμένη εθνική οικονομία; Η απέχθειά του για τα παλιά media και η λατρεία για τις τεχνικές αδιαμεσολάβητης οργάνωσης της «βάσης» που του προσφέρουν τα νέα Μέσα; Ή μήπως η τάση του να βλέπει την πολιτική –αν όχι και την ίδια την Ιστορία– σαν διαρκή πόλεμο;

Αν όλα αυτά τα σχήματα είναι ακροδεξιά, σίγουρα η Ακροδεξιά δεν έχει το μονοπώλιό τους. Διαβάζοντας τις χειμαρρώδεις συνεντεύξεις του Στιβ Μπάνον –τις φιλτραρισμένες και τις αφιλτράριστες– αντιλαμβάνεται κανείς ότι το περί «ιδεοληψίας» ερώτημα είναι τελικά εκτός θέματος. Μπορεί κάποιος να μετέρχεται την αντιπαγκοσμιοποίηση και τον αντισυστημισμό μόνο ως εξουσιαστικά εργαλεία, χωρίς καν να τα πιστεύει. Είτε ο ίδιος είναι ιδεοληπτικός είτε απλώς κυνικός «μηχανικός» των ιδεοληψιών, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει.

Ο αποπεμφθείς σύμβουλος του Τραμπ, ιθύνων νους της στρατηγικής για την υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας, δεν κρυβόταν. Ελεγε, ας πούμε, ότι οι νεοναζί που έκαναν επίδειξη δύναμης στο Σάρλοτσβιλ είναι περίπου καραγκιόζηδες («clowns»). Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να τους χρησιμοποιεί σαν στρατηγικά πιόνια. Σαν σκιάχτρα για να εξωθήσει τους Δημοκρατικούς σε έναν καταγγελτικό λόγο που θα απορρίπτει συλλήβδην ως «ρατσισμό» τις ταυτοτικές ανασφάλειες της λευκής μεσαίας τάξης. «Θέλουν να πουν ότι όλα αυτά (οι παραδόσεις, η ιστορία και η κουλτούρα του αμερικανικού λαού) είναι ρατσιστικά; Θέλουν να ρίξουν κι άλλα αγάλματα; Just give me more!».

Αυτή δεν ήταν η φωνή ενός ζηλωτή. Ηταν η φωνή ενός στυγνού τακτικιστή, που πίστευε ότι είχε τη δύναμη να πυροδοτεί κοινωνικούς αυτοματισμούς και να τους διοχετεύει υπέρ του. Ηταν η ανησυχαστική, όσο και γνώριμη φωνή που δείχνει το κενό: Δείχνει από τι κινδυνεύει μια δημοκρατία, όταν έχει χάσει την αφομοιωτική, συνθετική δύναμη ενός ισχυρού Κέντρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ