ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δεκαετία των παθών της Δύσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Προ ολίγων ημερών συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τα γεγονότα που σήμαναν την έναρξη της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το πάγωμα τριών επενδυτικών funds που δραστηριοποιούνταν στην αγορά ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (subprime), με συνολικό ενεργητικό 1,6 δισ. ευρώ, από την BNP Paribas στις 9 Αυγούστου του 2007, σήμανε συναγερμό στις κεντρικές τράπεζες του ανεπτυγμένου κόσμου. Η αβεβαιότητα για την έκθεση των τραπεζικών κολοσσών σε σύνθετα τιτλοποιημένα προϊόντα, που συνδέονταν με την υπό κατάρρευση αγορά των subprime, θα μπορούσε να πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Η δυναμική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με την παροχή απεριόριστης ρευστότητας στις τράπεζες, απέτρεψε την ευρύτερη ανάφλεξη.

Η σήψη όμως είχε φτάσει πολύ βαθιά και είχε πάρει πολλές μορφές. Η «Μεγάλη Εξομάλυνση» (Great Moderation), η μακρά περίοδος υψηλής ανάπτυξης, χαμηλού πληθωρισμού και μειωμένης μεταβλητότητας των οικονομικών κύκλων στον ανεπτυγμένο κόσμο, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 και που είχε θεωρηθεί μόνιμη, είχε τονώσει τη διάθεση των επενδυτών για ρίσκο. Είχε έτσι δημιουργηθεί ένας ωκεανός ρευστότητας, που παρεχόταν αδιακρίτως σε αξιόπιστους δανειολήπτες και σε πιο αφερέγγυους – από υπερβολικά φιλόδοξους κατασκευαστές στην Ιρλανδία και φτωχά νοικοκυριά στις ΗΠΑ μέχρι το ελληνικό Δημόσιο. Νέα, ακατανόητα χρηματοοικονομικά εργαλεία υπόσχονταν τη διάχυση αυτού του ρίσκου και λάμβαναν τη σφραγίδα έγκρισης των μεγάλων οίκων αξιολόγησης (κάτι που δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, αλλά θα έπρεπε να γεννά ανησυχία, καθώς οι τράπεζες που πουλούσαν αυτά τα τιτλοποιημένα προϊόντα ήταν και οι βασικοί πελάτες των οίκων αξιολόγησης). Τα εργαλεία αυτά και τα δευτερογενή στοιχήματα επ’ αυτών (μεταξύ των οποίων και τα γνωστά πια CDS ή ασφάλιστρα κινδύνου), αντί να αμβλύνουν το ρίσκο, εξέθεσαν τους πάντες σε αυτό. Με την πτώχευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, ο πύργος από τραπουλόχαρτα καταρρίφθηκε, με δραματικές και μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Κορυφαίοι αναλυτές

Σήμερα, εν έτει 2017 –μετά τη μεγάλη ύφεση του 2007-9, την ευρω-κρίση που λίγο έλειψε να οδηγήσει στη διάλυση της Ευρωζώνης και που έχει καθηλώσει αρκετές χώρες (με πιο ακραία περίπτωση την Ελλάδα) σε επίπεδα ανάπτυξης χαμηλότερα από τα προ δεκαετίας– η βαθύτερη μεταπολεμική κρίση του δυτικού καπιταλισμού δείχνει να έχει ξεπεραστεί. Η αμερικανική οικονομία (παρά τις παλινωδίες και την παράλυση της εποχής Τραμπ) διογκώθηκε κατά 2,6% σε ετήσια βάση στο β΄ τρίμηνο του 2017 και ήδη είναι 15% πάνω από τα μεγέθη του 2007. Οι επιδόσεις της πολύπαθης Ευρωζώνης είναι σχεδόν εξίσου καλές: η ανάπτυξη σε ετήσια βάση το β΄ τρίμηνο ήταν 2,2%. Η ελληνική κρίση ακόμα σιγοκαίει και οι ιταλικές τράπεζες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, αλλά η αίσθηση είναι ότι τα χειρότερα έχουν περάσει.

Είναι έτσι – για την Ευρώπη και γενικότερα; Δικαιολογείται η αίσθηση ότι η μεγάλη κρίση είναι πλέον πίσω μας; Τι μάθαμε από αυτήν και πόσο θωρακισμένοι είμαστε απέναντι σε κάτι αντίστοιχο; Η «Κ» απευθύνθηκε σε κορυφαίους οικονομολόγους και αναλυτές για να κατανοήσει καλύτερα πού βρισκόμαστε δέκα χρόνια μετά.

«Εχουμε μάθει λίγα και είμαστε ευάλωτοι όπως πριν», δηλώνει στην «Κ» ο Τζέφρι Σακς, διευθυντής του Center for Sustainable Development στο Πανεπιστήμιο Columbia και άτυπος σύμβουλος, επί ημερών κρίσης, τόσο του Γιώργου Παπανδρέου όσο και του Γιάνη Βαρουφάκη. «Η διεθνής συνεργασία σε χρηματοοικονομικά ζητήματα είναι μειωμένη, η αμερικανική πολιτική είναι στη χειρότερη κατάσταση που έχει υπάρξει ποτέ και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παρακάμπτουν το ρυθμιστικό πλαίσιο όπως πάντα. Η μεταχείριση της Ελλάδας από την Ευρώπη αναδεικνύει την πολιτικοποίηση των χρηματοοικονομικών, εξαιτίας της οποίας η πολιτική υποκαθιστά τις σωστές ρυθμίσεις».

Απαισιοδοξία

Εξίσου απαισιόδοξη είναι και η Ανάτ Αντμάτι, καθηγήτρια Χρηματοοικονομικών και Οικονομικών στο Stanford και συγγραφέας (μαζί με τον Μάρτιν Χέλβιγκ) του εξαιρετικού βιβλίου «The Bankers’ New Clothes», που εξηγεί τι πραγματικά απαιτείται για να γίνει ασφαλές το χρηματοπιστωτικό σύστημα. «Παρά την τεράστια ζημιά που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-9 και η ελληνική κρίση, των οποίων ο αντίκτυπος ακόμα είναι αισθητός, λίγα έχουν γίνει για να βελτιωθεί το χρηματοοικονομικό σύστημα», τονίζει στην «Κ». Το σύστημα, εξηγεί, «παραμένει υπερβολικά εύθραυστο και αναποτελεσματικό», καθώς «οι ρυθμίσεις οι οποίες έχουν σκοπό να προστατεύσουν το καταναλωτικό κοινό είναι ανεπαρκείς και κακά σχεδιασμένες». Ο λόγος για την προβληματική αυτή κατάσταση, πιστεύει η καθηγήτρια του Stanford, είναι «ένας συνδυασμός σύγχυσης σχετικά με τα θεμελιώδη αίτια της κρίσης, έλλειψης πολιτικής βούλησης και απουσίας λογοδοσίας από άκρη σε άκρη του συστήματος».

Ο Μάρτιν Γουλφ, αρθρογράφος των Financial Times και συγγραφέας (μεταξύ άλλων) του «The Shifts and the Shocks», με θέμα τη διεθνή κρίση, βλέπει κάποιες κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση. «Η πιο σημαντική (αλλά φοβάμαι προσωρινή) αλλαγή είναι ότι οι εποπτικές υπηρεσίες δεν εμπιστεύονται τους τραπεζίτες και οι τραπεζίτες δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους. Με άλλα λόγια, τόσο οι επόπτες όσο και οι παίκτες που εποπτεύουν έχουν γίνει πολύ πιο προσεκτικοί».

Επιπλέον, προσθέτει ο Γουλφ, έχει εξαφανιστεί ένα μέρος του σύμπαντος των πολύ σύνθετων χρηματοοικονομικών εργαλείων, έχει προχωρήσει («στον βαθμό που μπορούμε να δούμε») η απομόχλευση των τραπεζών και έχει βελτιωθεί η ρευστότητά τους. Τέλος, «έχουν βελτιωθεί αισθητά οι μηχανισμοί για την ομαλή εκκαθάριση μη βιώσιμων τραπεζών, αν και παραμένει αβέβαιο εάν θα λειτουργούσαν σε μια μεγάλη κρίση».

Ωστόσο, προειδοποιεί ο κορυφαίος Βρετανός αναλυτής, «παρά τις μεταρρυθμίσεις, το χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει στην ουσία το ίδιο με πριν – πολύπλοκο, παγκόσμιο, με υψηλή μόχλευση και, θα μπορούσε να πει κανείς, εκτός ελέγχου». Το διεθνές τραπεζικό σύστημα, σημειώνει, χαρακτηρίζεται από υπερσυγκέντρωση και από «επικίνδυνα επινοητικές» λογιστικές μεθόδους. «Δεν έχουμε ξεφύγει ακόμα από την προηγούμενη κρίση», καταλήγει. «Τα υψηλά επίπεδα του χρέους και τα πολύ χαμηλά επιτόκια σημαίνουν ότι τα εργαλεία που διαθέτουμε για να αντιμετωπίσουμε μια νέα ύφεση είναι εντελώς ανεπαρκή».

Γιατί η Ευρωζώνη υπέφερε περισσότερο

Η ευρωκρίση του 2009-12, με την οριοθετημένη αναζωπύρωση του 2015 στην Ελλάδα, ήταν από τα κεντρικά επεισόδια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Με την εκ βάθρων αναθεώρηση των πραγματικών πιστωτικών κινδύνων που προκάλεσε το σοκ της Lehman, oι επενδυτές, ξεκινώντας από την περίπτωση της Ελλάδας, συνειδητοποίησαν ότι ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα. Aρχισαν έτσι να αποσύρουν μαζικά τα χρήματά τους από αυτές.

Η διεθνής κρίση ανέδειξε τόσο τις διαρθρωτικές αδυναμίες συγκεκριμένων χωρών της Ευρωζώνης όσο και τις σοβαρές ελλείψεις στη θεσμική αρχιτεκτονική του κοινού νομίσματος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδρασε επανειλημμένως πυροσβεστικά, με σωτήριο τρόπο. Τον Μάιο του 2010, με την ενεργοποίηση του προγράμματος αγοράς κρατικών ομολόγων SMP, απέτρεψε την περαιτέρω μετάδοση της ελληνικής κρίσης. Μέσα στο 2011, το ίδιο πρόγραμμα αποτέλεσε την ύστατη γραμμή άμυνας της Ισπανίας και της Ιταλίας απέναντι στο φάσμα της στάσης πληρωμών. Το 2012, ο νέος πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, με τη δέσμευση να κάνει «ό,τι χρειαστεί» για τη διάσωση του ευρώ (Ιούλιος του 2012) και την ανακοίνωση, δύο μήνες αργότερα, του προγράμματος απεριόριστης αγοράς κρατικών ομολόγων OMT, έθεσε υπό έλεγχο τη φωτιά. Οταν το 2015 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε να απεγκλωβιστεί από τους σκληρούς όρους του ελληνικού προγράμματος απειλώντας με νέα ανάφλεξη, ο κ. Ντράγκι, ενεργοποιώντας το QE, περιόρισε την αναζωπύρωση εντός των ελληνικών συνόρων.

Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό των πολιτικών δυσχερειών (και των ενστάσεων ισχυρών χωρών όπως η Γερμανία) που αντιμετώπιζε ότι η ΕΚΤ μπόρεσε να θέσει σε λειτουργία το QE έξι χρόνια μετά τις ΗΠΑ. Στο μεσοδιάστημα, συγκεκριμένα συμφέροντα (των ευρωπαϊκών τραπεζικών κολοσσών) και η φύση της ελληνικής κρίσης –της μόνης στην Ευρωζώνη που μπορεί πραγματικά να χαρακτηριστεί δημοσιονομική– οδήγησαν στην επιβολή αυστηρών προγραμμάτων λιτότητας, σε όλα τα κράτη-μέλη (ανεξαρτήτως αν αντιμετώπιζαν δημοσιονομικό πρόβλημα). Η εμμονή στη λιτότητα συνέβαλε στην επιστροφή της Ευρωζώνης στην ύφεση το 2012 και στο γεγονός ότι σε τρία κράτη-μέλη (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιταλία) το ΑΕΠ του 2016 παρέμενε σε χαμηλότερα επίπεδα από του 2007.

«Η ανάκαμψη από κρίσεις υπερχρέωσης είναι επώδυνη και αργή», λέει στην «Κ» ο Κρίστιαν Οντενταλ του Center for European Reform. «Στην Ευρωζώνη καταπνίγηκε πρόωρα, με μέτρα λιτότητας και με μια νομισματική πολιτική που το 2011 πήρε τη μορφή αύξησης των επιτοκίων». Επιπλέον, ο Γερμανός οικονομολόγος σημειώνει ότι δεν υπήρξε αποφασιστική παρέμβαση στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, καθώς, «σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές τράπεζες συνέχισαν να μοιράζουν μερίσματα ενώ είχαν αδύναμη κεφαλαιακή βάση».

Η δεκαετία αυτή, ωστόσο, δεν υπήρξε ολωσδιόλου χαμένη. Παρά τις υπερβολές, τα κράτη-μέλη υποχρεώθηκαν σε δημοσιονομική προσαρμογή που θέτει τα δημόσια οικονομικά τους σε πιο υγιείς βάσεις, ενώ προωθήθηκαν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως σημειώνει ο πρώην υπουργός Οικονομικών και καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς Γκίκας Χαρδούβελης, «αποτελεί επιτυχία η ίδρυση του ESM, καθώς και η πιο στενή τραπεζική ένωση».

Ωστόσο, οι εκκρεμότητες είναι σημαντικές. Οπως σημειώνει ο κ. Χαρδούβελης, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης προϋποθέτει «μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση, με τη δημιουργία μηχανισμών δημοσιονομικών μεταβιβάσεων. Ενα πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι ένα κοινό ταμείο ανεργίας, αλλά και κάποιας μορφής ευρωομόλογα». Ο Οντενταλ εστιάζει στο «μη διευθετημένο πρόβλημα της υπερχρέωσης», όπως φαίνεται «από το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τραπεζικό σύστημα» πολλών χωρών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ