ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ζωή Λάσκαρη: «Εχω κάνει τεράστια διαδρομή, με λάθη, χαρά, πίκρες – Μια χαρά είμαι»

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Η Ζωή Λάσκαρη, ο Μάνος Κατράκης και η Τασσώ Καββαδία στο «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» (1966).

Μια σταρ πρώτης γραμμής. Η Λάσκαρη δεν είχε απλώς την εκθαμβωτική ομορφιά της, που την έκανε να ξεχωρίζει. Ηξερε να μιλάει για τον εαυτό της με ειλικρίνεια και θάρρος, χωρίς να κρύβεται πίσω από προσωπεία. Οι συνεντεύξεις της αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που χόρτασε τη ζωή χωρίς να τη βαρεθεί ποτέ, που αντιλήφθηκε νωρίς πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος, που θέλησε να διατηρήσει τον εσώτερο της κόσμο μακριά από τη φθορά της δημοσιότητας, που δήλωνε με υπερηφάνεια «ένας κανονικός άνθρωπος». Ξαναδιαβάζοντας μερικές από τις συνεντεύξεις της, στην «Κ» (στη Μαρία Κατσουνάκη το 2014) και σε άλλα έντυπα (Χρήστος Παρίδης, στο περιοδικό Lifo, και Ερη Βαρδάκη, «Βημαgazino»), διακρίνει κανείς αυτήν τη σοφία που χαρακτηρίζει μια προσωπικότητα γεμάτη, χωρίς ίχνος κυνισμού και ματαιοδοξίας. Ιδού πώς αποκαλύπτεται μέσα από τα ίδια της τα λόγια, η ηθοποιός που προτιμούσε πάντα να την αποκαλούν «Ζωίτσα» και ποτέ «κυρία Λάσκαρη».

Για την εντυπωσιακή της ομορφιά: «Απαιτεί κόπο. Οι άνθρωποι βλέπουν το εξωτερικό και πολλές φορές δεν σε συμπονούν. Λένε: αυτή δεν έχει ανάγκη, τα έχει όλα».

Για την ανατροφή που είχε από το σπίτι της: «Απέκτησα την παιδεία μόνη μου. Είμαι μαθήτρια της ζωής».

Για την προσωπικότητά της και την άποψη που είχαν οι άλλοι για εκείνην: «Είμαστε αυτό που πιστεύει ο κόσμος για εμάς. Πάλεψα να είμαι αυτό που θέλω, είτε άρεσε είτε δεν άρεσε».

Για τον χρόνο και τη σχέση της μαζί του: «Μέχρι να αποσυρθώ εντελώς θα κάνω πράγματα για να διατηρηθώ. Οσο γίνεται. Πώς να εμποδίσεις τον χρόνο, αγάπη μου; Είναι αμείλικτος. Ερχεται. Καλπάζει. Με ρωτούν αν θα ήθελα να είμαι νέα. Οχι, δεν θα ήθελα να ξαναπάω πίσω. Εχω κάνει μια τεράστια διαδρομή, με λάθη, με χαρά, με πίκρες. Μια χαρά είμαι». 

Για το αν αγάπησε το είδωλό της: «Ημουν προσγειωμένο άτομο. Εγώ έκανα απλώς μια δουλειά που αγαπούσα πάρα πολύ, με έναν άνθρωπο που λάτρευα, τον Φίνο, και από εκεί και πέρα η ζωή, οι παρέες μου, ήταν έξω από όλα αυτά. Δεν έκανα θυσίες, όπως, για παράδειγμα, η Αλίκη. Και ξενυχτούσα, και πολλές φορές πήγαινα κατευθείαν στο γύρισμα. Ευτυχώς χάρηκα όλες τις ηλικίες μου».

Για τους φίλους της: «Αν μπορούσα να ξαναζήσω μια ημέρα, θα ήταν εκείνη που θα ζούσαν όλοι οι φίλοι μου. Φύγανε πολλοί, πολύ γρήγορα. Θυμάμαι, ο Ανδρέας Μπάρκουλης μου μάθαινε πώς να παίρνω τις στροφές σωστά, γιατί οδηγούσα πολύ γρήγορα όταν πήρα το δίπλωμα. Με την Αλίκη μετρούσα τα βήματα από το σπίτι μου έως το σπίτι της. Μου λείπουν αυτοί οι άνθρωποι».

Για την Ελλάδα της κρίσης: «Μας άξιζε μια κρισούλα, μπας και ταρακουνηθούμε. Είχαμε τρελαθεί κάποια στιγμή. Μπροστά στην Κατοχή αυτή η κρίση δεν είναι τίποτα» και «Εκείνο που με προβληματίζει με την εποχή μας είναι η απαξίωση του πολιτικού κόσμου – και δεν ξέρουμε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό. Περάσαμε ένα αλισβερίσι πολιτικών και πολιτών: διόρισέ με να σε ψηφίσω. Νομίζω ότι αυτήν τη στιγμή γίνεται ξεκαθάρισμα. Τελειώνει αυτή η ιστορία. Αλλά, αν απαξιώνουμε τον πολιτικό κόσμο, ποιον θα βάλουμε; Τι δημοκρατία θα έχουμε;».

Για τη σχέση της με τη θρησκεία: «Τον Θεό τον έχω μέσα μου. Εμείς είμαστε η Εκκλησία. Δεν υπάρχει η εκκλησία ως κτίριο. Πιστεύω βαθύτατα, κοινωνώ, έχω πνευματικό εδώ και 35 χρόνια».

Για την τόλμη που χρειάζεται η ύπαρξη: «Ολα έχουν κέρδος, αγάπη μου. Και τα άσχημα και τα καλά. Αρκεί να βουτάς με τα μούτρα και να μη φοβάσαι, γιατί τότε η ζωή είναι χαμένη. Σαν να μην έζησες, σαν να ήσουν περαστικός κι έφυγες. Θέλει πολλή τόλμη. Στο κάτω κάτω, γιατί ζούμε; Γιατί να φοβόμαστε μην πονέσουμε; Δεν πονάμε πιο πολύ όταν δεν ζούμε τα πράγματα;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ