Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάννης Ραγκούσης: Δραμαμίνες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Είναι πιο εύκολο να βρεις τους κεντροαριστερούς παρά να βρεις την Κεντροαριστερά. Αυτή την απάντηση δίνει μέχρι στιγμής η ζωή σε όσους επιμένουν στην ιδεαλιστική ένσταση ότι «δεν γίνεται να βγάλουμε πρώτα αρχηγό, χωρίς να ξέρουμε το κόμμα». Η προσδοκία για ένα κάποιο κόμμα υπερτερεί έναντι του σχηματισμένου κόμματος επειδή αφήνει χώρο στη φαντασία. Μπορεί κανείς να φανταστεί το κόμμα, όπως ορέγεται: Νεογεννηματικό. Καμινικό. Ακόμα και ραγκουσικό.

Και τα προγράμματα; Τα πρόσωπα είναι τα προγράμματα. Αλλωστε, ο χώρος μπορεί να ήταν κατακερματισμένος, αλλά δεν ήταν στάσιμος. Από τη μερική του έκλειψη το 2012, είχε τον χρόνο όχι να λύσει, αλλά, έστω, να διατυπώσει τα διλήμματά του. Η Κεντροαριστερά, λένε, ξέρει τουλάχιστον τι ψάχνει.

Ψάχνει μια αντιδεξιά ρητορική που δεν θα είναι λαϊκίστικη· και ταυτόχρονα μια αντιλαϊκίστικη ρητορική που δεν θα ακούγεται δεξιά. Ψάχνει μια αντινεοφιλελεύθερη πρόταση που δεν θα ταυτίζεται με την κρατικιστική πασοκική παράδοση· και ταυτόχρονα, μια αντικρατικιστική πρόταση που δεν θα κινδυνεύει να κατηγορηθεί ως νεοφιλελεύθερη. Ψάχνει ένα σχήμα που θα είναι τόσο ΠΑΣΟΚ, ώστε να μην αποξενώσει τους παλιούς· και τόσο μεταπασόκ, ώστε να μην αποθαρρύνει τους νέους.

Ψάχνει προπαντός μια στρατηγική συνεργασιών που δεν θα υπονομεύει την αυτονομία της· αλλά και μια αυτονομία που δεν θα δίνει την εντύπωση ότι αποκλείει τις συνεργασίες.

Η ατζέντα αυτή –ένας ορμαθός από παράδοξα που δύσκολα διαβάζεται χωρίς δραμαμίνες– αποδεικνύει ότι το μόνο που έχει βρει η Κεντροαριστερά είναι τι δεν ψάχνει. Αργά ή γρήγορα, όμως, με αυτά τα παράδοξα θα έρθουν αντιμέτωποι οι υποψήφιοι.

Ο Γιάννης Ραγκούσης έσπευσε να απαντήσει στο πιο δύσκολο, προτού καν τον ρωτήσουν, φορτίζοντας την πρεμιέρα του με ένα ξερό «όχι στη συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία». Ηταν μια άρνηση που προκάλεσε έκπληξη, γιατί θεωρήθηκε ως πρόωρος αυτοεγκλωβισμός του Ραγκούση σε μια θέση ανελαστική –και μάλλον δύσκολα υπερασπίσιμη.

Για τον ίδιο μέτρησε, προφανώς, η ανάγκη να πει από την αρχή κάτι ηχηρό που θα διαφοροποιεί αισθητά την υποψηφιότητά του. Τα περιθώρια, άλλωστε, για διαφοροποιήσεις δεν είναι και πολύ μεγάλα. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται τώρα, που ακόμη δεν έχουν ανάψει καλά καλά τα φώτα στη σκηνή.

Πάντως, η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι δεν πρόκειται να δούμε σπλάτερ. Καμία από τις υποψηφιότητες –τις δηλωμένες και τις κυοφορούμενες– δεν προδιαθέτει για άγρια αντιπαράθεση. Εντάξει, όπως λέγεται χαρακτηριστικά, «όσο προχωράμε μπορεί να πέσει και καμιά κλωτσιά».

Το λογικό όμως είναι ότι θα μείνουμε στις κλωτσιές. Οπως λέει και βετεράνος πυγμάχος του χώρου, «πρέπει να πλακωθούν τόσο, ώστε να μπορούν την επόμενη μέρα να συγκατοικήσουν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ