ΜΟΥΣΙΚΗ

Μητσιάς: «Οι συζητήσεις με τον Ν. Γκάτσο ήταν ταξίδια ολόκληρα»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν το 1968 όταν ο Μανώλης Μητσιάς κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον Δήμο Μούτση. Τον βρήκε στην Κολούμπια, όπου έγραφε τη μουσική της ταινίας «Ενας μάγκας στα σαλόνια». Εκεί γνώρισε τον Νίκο Γκάτσο. «Ηταν η μοιραία συνάντηση», λέει σήμερα. «Τότε, ξεκίνησε η σχέση μου μαζί του και ένιωσα σαν να με “υιοθέτησε”. Με βοήθησε πολύ, έκανε πράγματα που έμαθα στην πορεία, μου άνοιξε ορίζοντες».

Ο δημοφιλής ερμηνευτής θυμάται τραγούδια του που δισκογράφησε. «Η Ελευσίνα» ήταν ένα απ’ αυτά, καθώς και 45άρια που επίσης έγιναν επιτυχίες: «Μη ρωτάς», «Δρόμο δρόμο ξεκινήσαμε», «Τα φανταράκια». Και μαζί, στιγμές που έζησε δίπλα στον Γκάτσο. «Ημουν φαντάρος και ο Δήμος έγραφε μουσική, εκείνος στίχους κι εγώ έπαιρνα άδεια για να ηχογραφήσω. Ο Γκάτσος ήταν πάντα σοβαρός και μετρημένος. Στις συναντήσεις με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Οδυσσέα Ελύτη, έβλεπα έναν άνθρωπο που είχε εξαιρετικό χιούμορ. Δεν του άρεσε ποτέ να κάνει τον σπουδαίο. Του άρεσε όμως να πειράζει τον Χατζιδάκι. Επίσης αφουγκραζόταν την καθημερινότητα και την κατέγραφε με τον τρόπο του, τις δικές του αιχμές και την αισθητική».

Αφορμή για τη συζήτησή μας είναι η παράσταση «Ο Γκάτσος που αγάπησα», που ο Μανώλης Μητσιάς ξεκίνησε για μία βραδιά στον «Παρνασσό» τον περασμένο χειμώνα με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, έγιναν τελικά 13 οι παραστάσεις και όλες sold out, συνέχισαν το καλοκαίρι φτάνοντας ώς τις Πρέσπες και την Κύπρο και τώρα στις 6 Οκτωβρίου θα κάνει ένα σταθμό στο Ηρώδειο.

«Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα», «Ο Γιάννης ο Φονιάς», «Τ’ αστέρι του Βοριά», «Αθανασία», «Κεμάλ», «Αύριο πάλι», «Ραλλού», «Ασπρη μέρα και για μας», «Χάρτινο το Φεγγαράκι», «Αθήνα», «Ηταν καμάρι της αυγής», είναι μερικά μόνο απ’ όσα θα ακουστούν στην παράσταση, και μαζί κείμενα που επιμελήθηκε η  συγγραφέας, ποιήτρια και μεταφράστρια Αγαθή Δημητρούκα. 
Ανοιχτός άνθρωπος

«Η σχέση μαζί του ήταν πατρική. Οταν είχα απορίες για κάτι, τον ρωτούσα «κύριε Γκάτσο, τι να κάνω;», κι εκείνος μου έλεγε πάντα «μονάχος» ή «εσύ ξέρεις». Οταν πολύ αργότερα, το 1983, έγραψε στο «Δίχτυ» για τον Ξαρχάκο, κατάλαβα, μέσα από τους στίχους του «μονάχος βρες την άκρη της κλωστής», τι εννοούσε. Κάθε κουβέντα του έκρυβε πολλά. Στην πρώτη μπουάτ στην Πλάκα, στο «Ζουμ», με τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Μούτση, ερχόταν και άκουγε. Εκείνος έδωσε το όνομα «Αρχόντισσα» στην μπουάτ. Και ήταν κάθε μέρα με ένα τσιγάρο στο στόμα. Εμοιαζε βαρύς, αλλά ήταν πολύ ανοιχτός άνθρωπος. Στις ηχογραφήσεις των τραγουδιών του, τις οποίες πάντα παρακολουθούσε, όταν χρειαζόταν συμβούλευε πάντα με τρόπο. Κι αν κάτι δεν πήγαινε καλά, άλλαζε τους στίχους. Δεν έκρυβε την άποψή του. Οταν έκανε για παράδειγμα με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη την «Κόκκινη κλωστή», τα τραγούδια είχαν έναν καινούργιο ήχο για την εποχή. Τα μοιραστήκαμε με τη Δήμητρα Γαλάνη, από τη δισκογραφική εταιρεία όμως πίεζαν να τραγουδήσει και ο Μπιθικώτσης ο οποίος πράγματι ηχογράφησε κάποια κομμάτια. Αλλά ο Γκάτσος ήταν διορατικός. Διαφώνησε: «Μα αυτά τα τραγούδια δεν ταιριάζουν στο ύφος του, πρέπει να τα πει ένα 20χρονο παιδί», έλεγε. «Τελικά δεν συμπεριελήφθησαν στον δίσκο εκείνο, βγήκαν πολλά χρόνια αργότερα».

Στο στούντιο πήγαιναν παρέα. «Τον έπαιρνα από το σπίτι του, γιατί δεν οδηγούσε, και στη διαδρομή μιλούσαμε πολύ. Οι συζητήσεις μαζί του ήταν ταξίδια ολόκληρα κι ας μην ταξίδευε ποτέ. Ηταν ενημερωμένος όμως, για όλα. Παρότι η μόνη διαδρομή που έκανε ήταν Αθήνα - Τρίπολη, υπήρξε και μια άλλη που κάναμε κάποτε στο Αγρίνιο. Τραγουδούσα σε μια εκδήλωση και τον πήρα μαζί μου. Ηρθε για να δει τη γάτα της Αγαθής (Δημητρούκα) στο χωριό της. Ηθελε να δει την Προλετάρια. Ηταν ένα ταξίδι που από μόνο του μπορεί να γίνει βιβλίο. Μια περιπέτεια. Κουβεντιάζαμε πολύ, αλλά στον δρόμο πήρε φωτιά το αυτοκίνητό μου. Επιστρέψαμε χαράματα και την επομένη τηλεφωνούσαν όλοι από την παρέα του “Φλόκα”, ο Μούτσης, ο Λεφεντάριος, για να μάθουν τι μας συνέβη. Είχε κάνει ένα δικό του απίστευτο σενάριο».
Καθηλωτικός

Ο Μανώλης Μητσιάς τραγούδησε 100 δικά του τραγούδια. «Δεν του άρεσαν οι υπερβολές. Οταν απήγγελλε, σε καθήλωνε με τη λιτότητα της έκφρασης. Δεν είχε στόμφο. Ο Γκάτσος και ο Μάνος είχαν μέτρο. Ημουν πολύ τυχερός. Γιατί κι άλλοι τραγούδησαν Γκάτσο, αλλά κανείς δεν ήταν στο τραπέζι του κάθε μέρα 3 με 6 το απόγευμα στου “Φλόκα” ή στο “GB” να τον ακούει». Σαράντα εννέα χρόνια στον χώρο, ο Μ. Μητσιάς τραγούδησε μεταξύ άλλων: Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Τσιτσάνη, Μαρκόπουλο, Λεοντή, Πάνου, Κηλαηδόνη, Μικρούτσικο, Ανδριόπουλο, Σπανό, Κραουνάκη. Σήμερα, λέει, γράφονται καλά τραγούδια αλλά όχι ολόκληροι δίσκοι ή έργα. «Βγαίνουν μόνο τραγούδια τα οποία δεν προλαβαίνεις να αφομοιώσεις. Λείπουν επίσης οι εμπνευσμένοι παραγωγοί όπως ήταν ο Λαμπρόπουλος και ο Πατσιφάς. Οι νέοι ερμηνευτές συχνά καταφεύγουν για να ακουστούν στην τηλεόραση. Δεν το εγκρίνω αλλά το κατανοώ. Βγαίνουν αλλά χάνονται». Ο ίδιος για ένα πράγμα στεναχωριέται. «Με θλίβει το γεγονός ότι ο Μούτσης σταμάτησε να γράφει. Ο Δήμος είχε άποψη, αίσθημα, αισθητική, αλλά τα εγκατέλειψε».

Η συμμετοχή της Καραμπέτη στην παράσταση ήταν δική του ιδέα. «Πάντα ήθελα να συνδυάσω τον πεζό λόγο με τη μουσική. Το τραγούδι παίρνει άλλη διάσταση. Την έπεισα να τραγουδήσει, όχι μόνο να απαγγείλει». Μόνο χώροι όπως ο «Παρνασσός» ή εκείνοι με το αίσθημα της παλιάς μπουάτ τον ενδιαφέρουν. Τα κέντρα δεν τον αφορούν. «Δεν με ενοχλούν οι χώροι όπου πίνεις το ποτό σου, πώς θα περάσει άλλωστε η βραδιά; Ομως θέλω να μικραίνουν οι αποστάσεις. Με ενοχλούν οι αλάνες, η φασαρία, τα κρέατα που κόβουν στα πιάτα, η αισθητική της ταβέρνας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ