ΘΕΑΤΡΟ

Πίτερ Χολ, ο άνθρωπος που επινόησε εκ νέου το θέατρο

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο διάσημος Βρετανός σκηνοθέτης σερ Πίτερ Χολ απεβίωσε σε ηλικία 87 ετών, κληροδοτώντας μια νέα θεώρηση πάνω στη θεατρική πράξη. Ιδρυτής της Royal Shakespeare Company και επί σειράν ετών διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας, ο σερ Πίτερ Χολ ερεύνησε εις βάθος τους δύο πυλώνες του παγκόσμιου θεάτρου, το αρχαίο δράμα και το σαιξπηρικό ρεπερτόριο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχε έναν τρόπο να κατανοεί το θέατρο ο σερ Πίτερ Χολ, τόσο απελευθερωτικό που τον οδήγησε σε μια νέα ανάγνωση τόσο των θεμελίων όσο και της πρωτοπορίας. Ο θάνατός του, στα 87 του χρόνια, ήταν άδοξος καθώς ο Πίτερ Χολ έπασχε από άνοια τα τελευταία έξι χρόνια αλλά αυτό το ίδιο το τέλος προκαλεί τώρα, έπειτα από τα πρόσφατα χρόνια αναγκαστικής σιωπής, την ανασκόπηση όχι μόνο της δικής του φιλοσοφίας πάνω στις παραστατικές τέχνες, αλλά και της θεατρικής παραστασιολογίας από τη δεκαετία του 1960 έως τώρα.

Ο σερ Πίτερ Χολ, άνθρωπος πλήρης, με ανάγκη ζωτικού χώρου και διαρκούς ανατροφοδότησης, πνευματώδης, συστηματικός αλλά και ελεύθερος, υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία του παγκόσμιου θεάτρου. Συνδέθηκε επίσης στενά με την όπερα, αλλά και με τον κινηματογράφο, έγραψε βιβλία, ταξίδεψε πολύ και σκέφτηκε περισσότερο πάνω στις πηγές του θεάτρου, όχι μόνο με τον τρόπο που τις συνδέουμε με το αρχαίο δράμα και τον Σαίξπηρ, αλλά και με τον τρόπο που οι θεμελιώδεις αρχές της θεατρικής πράξης μετουσιώνονταν και εξέβαλλαν στα έργα νέων συγγραφέων. Κατά μία έννοια ήταν ένας καταλύτης στον τρόπο που το κοινό θα βίωνε και θα κατανοούσε το θέατρο μετά τη δεκαετία του 1960.

Ισως να μην υπάρχει θεσμικός οργανισμός που να έχει σχέση με το θέατρο ή την όπερα, στη Βρετανία κυρίως αλλά και αλλού, με τον οποίον να μην είχε σχέση, συνεργασία ή επίδραση ο σερ Πίτερ Χολ. Φίλος της Ελλάδας, μέσα από μια βαθιά επεξεργασία στην προσέγγιση του αρχαίου δράματος, με στόχο την πρόταση μιας βαθιάς (έως συνταρακτικής) εμπειρίας που θα είχε αφορμή το κείμενο, ο σερ Πίτερ Χολ περιέλαβε την ελληνική θεατρική πράξη στη συνολική προβληματική του με τον τρόπο που θεωρούσε αυτονόητη όχι μόνο την παρουσία και τη μελέτη του σαιξπηρικού ρεπερτορίου, αλλά και την ύπαρξη των νέων θεατρικών συγγραφέων (ή συνθετών στην όπερα). Τις νέες φωνές τις εντόπιζε, τις ενθάρρυνε, τις κανοναρχούσε, τις απελευθέρωνε.

Δεν είναι διόλου τυχαίο που ο σερ Πίτερ Χολ ανέβασε την πρώτη εκδοχή στην αγγλική γλώσσα του «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ στο Arts Theatre το 1955, όταν ήταν μόνο 24 ετών. Ο Πίτερ Χολ ανέβασε και την παγκόσμια πρεμιέρα της «Επιστροφής» του Χάρολντ Πίντερ στο Aldwych Theatre το 1965 με τη Royal Shakespeare Company. Αυτό και μόνο δείχνει εξαρχής το εύρος με το οποίο αντιμετώπιζε το θέατρο ο Πίτερ Χολ. Αν και δικαίως συνδεδεμένος με την επανεισαγωγή του Σαίξπηρ στο μεταπολεμικό κοινό των baby boomers, ο Πίτερ Χολ προσέγγισε την ιδρυτική πράξη της Royal Shakespeare Company (το 1960) με την πλατιά συνθήκη μιας ελεύθερης επικοινωνίας του υψηλού λόγου. Συνέθεσε σε όλον τον μηχανισμό παραγωγής (σκηνικά, τεχνικοί, σκηνοθεσία, ηθοποιοί) και το πνευματικό υλικό, που στην περίπτωση του Σαίξπηρ ζητούσε ανανέωση πίστης με το κοινό.

Διαρκής αναζήτηση

Αυτό που επέτυχε ο Πίτερ Χολ ενδεχομένως να μην το είχε εξαρχής επιδιώξει, αλλά χρόνο με τον χρόνο γινόταν ολοένα και σαφέστερο. Η επιτυχημένη θητεία του στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας συνδέθηκε με την αντικειμενικά ριψοκίνδυνη επέκταση στο South Bank, τη βαθιά ανανέωση του οργανισμού και τη στερέωση μιας νέας μαγιάς ηθοποιών με νέα ερμηνευτικά εργαλεία. Μέσα από τη διαρκή αναζήτηση, που κατά περίπτωση αγνοούσε περιορισμούς τόπου, χρόνου και διάρκειας, ο Πίτερ Χολ οραματίστηκε και εν πολλοίς εκτέλεσε μεγαλεπήβολες, αφηγηματικές θεατρικές συνθέσεις όπως η εννέα ωρών επική παράσταση του «Ταντάλου», το έργο του Τζον Μπάρτον (2000) που ήθελε να παρουσιάσει και στην Επίδαυρο. Στενός συνεργάτης και φίλος του Πίτερ Χολ, ο Διονύσης Φωτόπουλος είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στον Βασίλη Αγγελικόπουλο: «Δύο είναι, νομίζω, τα κύρια χαρακτηριστικά της σκηνικής αντιμετώπισης του αρχαίου ελληνικού δράματος από τον Πίτερ Χολ: η χρήση της μάσκας, που τη θεωρεί απαραίτητη –και η αγωνία του να βρει τρόπους ώστε να λειτουργεί η μάσκα, να είναι ζωντανό στοιχείο και όχι να μένει νεκρό, αισθητικό αντικείμενο– και δεύτερον, η διατήρηση της φόρμας και του ρυθμού του λόγου, ενώ αυτός ο λόγος κατεβαίνει απόλυτα κατανοητός στο κοινό».

Ηδη από το 1982, ο Πίτερ Χολ είχε φθάσει στην Επίδαυρο με την «Ορέστεια» του Αισχύλου, ο πρώτος «ξένος» σκηνοθέτης στο αργολικό θέατρο. Ακολούθησαν η «Λυσιστράτη» (1994, με το The Peter Hall Company), ο «Oιδίπους Tύραννος» και ο «Oιδίπους επί Kολωνώ» (1996) και οι «Βάκχες» του Ευριπίδη το 2002. Με την Επίδαυρο είχε εντοπίσει έναν κοινό κώδικα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ