ΠΟΛΗ

Θραύσματα ομορφιάς πίσω από τις φυλλωσιές της Κυπριάδου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Μονοκατοικία της δεκαετίας του 1920 στην οδό Αγίας Λαύρας στα Πατήσια σε «στυλ Κυπριάδου».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Θ​​α μπορούσε άραγε να μιλήσει κανείς για μία ειδική κατηγορία ημι-εξοχικών επαύλεων; Και να αποδώσει σε αυτές, αυθαίρετα ή όχι, την επωνυμία «στυλ Κυπριάδου»; Στην Αγίας Λαύρας, ανεβαίνοντας από τον σταθμό των Ανω Πατησίων, έχοντας αφήσει πίσω μου την Αγία Βαρβάρα, βάδιζα προς τις παρυφές της Κυπριάδου. Η μυρωδιά των Πατησίων ήταν παντού. Υπάρχει μια ιδιαίτερη αύρα που τυλίγει αυτήν την περιοχή, παραδοσιακά συνδεδεμένη με ανθεστήρια και πρωτομαγιάτικες εξόδους, με γαζίες και γιασεμιά, με μποστάνια και διάσπαρτες μονοκατοικίες έως τη δεκαετία του 1950, όταν σταδιακά άρχισε η αλλοίωση της πρωτοπόρου, από πολλές απόψεις, περιοχής της Κυπριάδου.

Δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ατμόσφαιρα που έκανε περιζήτητη την Κυπριάδου, που την έκανε γειτονιά αγαπητή σε καλλιτέχνες και σε οικογένειες, φιλήσυχη, λουλουδιασμένη, με απροσποίητη ομορφιά. Η Κυπριάδου που γέννησε εκείνα τα σπίτια, τα προαστιακά, με τη γνώριμη πέτρα σε ώχρα ή το φαιοκίτρινο χρώμα ανακατεμένο στον σοβά, που έδενε με το λεμονί των ανθέων της γαζίας ή το γαλάζιο του πλουμπάγκο, υπάρχει μονάχα αποσπασματικά και εμφανίζεται απρόσμενα ως θραύσμα. Είδα αρκετά από τα σπίτια που θυμόμουν και που χάνονταν σε μια χοάνη χρόνου, άλλα περισσότερο ερειπωμένα και άλλα συντηρημένα με αγάπη. Περισσότερα, όμως, ήταν εκείνα που είχαν ήδη γίνει ατμός και που έμειναν μονάχα ως εικόνες στον νου. Γλιστρούν ήδη στην ανυπαρξία και μένει να αναρωτιέται κανείς αν, πράγματι, υπήρξαν ή ήταν αποκύημα φαντασίας. Ξεπρόβαλλαν όμως μέσα από βαθύσκιωτους κήπους ή πίσω από ακακίες, χαρουπιές και παλιά πεύκα, σπίτια του 1927 και του 1933, με περίτεχνες, γυρτές στέγες με λοφία, σκεπαστές βεράντες σαν λότζες, με σκονισμένα παρτέρια και πλάκες σε γεωμετρικά μοτίβα με γκρενά ρόμβους. Πιο κάτω και ανάμεσα σε πολυκατοικίες με συνεχόμενους εξώστες, έβλεπα μοντέρνα σπίτια του 1937 ή του 1948, με εκείνο τον ανεπιτήδευτο τρόπο που μπορεί να είναι κανείς συγχρονισμένος με την εποχή του αλλά ταυτόχρονα προσκολλημένος στην ανόθευτη αγάπη στη ζωή. Είδα διπλοκατοικίες του 1960 με συρόμενα ξύλινα παραθυρόφυλλα, όμορφες και αυτές σαν γιαπωνέζικα σπίτια, που ως παιδιά νομίζαμε ότι είναι χάρτινα. Και μέσα από τους δαιδαλώδεις περιπάτους στους ακόμη καταπράσινους δρόμους με ονόματα ποιητών και συγγραφέων, στη Βιζυηνού, στη Γρυπάρη, στη Δροσίνη, στην Εμμανουήλ Λυκούδη, κοντά στην προτομή του Παπαδιαμάντη ή δίπλα στις ιστορίες γύρω από το άγαλμα της Εύας, ανέβλυζε πάντα η ιδέα της Κυπριάδου, ως ενός τόπου ευτυχίας, ενός οικιστικού πειράματος που γέμισε τις ζωές πολλών ανθρώπων με ομορφιά.

Παρατηρούσα σκόρπια ερείπια, όπως εκείνο το «κίτρινο» σπίτι πίσω από αείλανθους (βρωμοκαρυδιές) που είχαν ανενόχλητοι θεριέψει στην οδό Γαβριηλίδου, κοντά στην Αγίας Λαύρας. Ηταν ένα από τα σπίτια του συνεταιρισμού που κατασκεύαζε σχεδόν πανομοιότυπες διώροφες επαύλεις, ανάμεσα στο 1925 και το 1930. Ιδια σπίτια ή με παραλλαγές είδα και αλλού, και θυμάμαι και άλλα από παλιά που έχουν πλέον κατεδαφιστεί. Κατηφορίζοντας την Αγίας Λαύρας, στον αριθμό 64, κοντοστάθηκα σε ένα τέτοιο σπίτι, βουτηγμένο στην αλλοκαιρινή ώχρα, με πράσινη καγκελόπορτα, με τις πανταχού παρούσες βρωμοκαρυδιές, αλλά και ακακίες και κορμούς τυλιγμένους με κισσούς σαν πράσινα φίδια. Η είσοδος γινόταν κάτω από δίλοβη αψίδα και από πάνω ο εξώστης, σαν ταρατσάκι, γαρνιρισμένος με μπαλούστρα του Μεσοπολέμου, θα ήταν πιθανότατα η προέκταση της πιο προνομιούχου κρεβατοκάμαρας του ορόφου. Ολα λουσμένα σε φως, που αντανακλούσε στις λόχμες των φύλλων κάθε κήπου που είχα προσπεράσει. Είχα γεμίσει εικόνες, κυρίως από την αίσθηση ότι στην Κυπριάδου υπάρχει ακόμη αγάπη γι’ αυτό που ήταν και που είναι με όποιον τρόπο μπορεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη