Ξένια Κουναλάκη ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Για τον Σόιμπλε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολλά μπορεί κανείς να πει για τον απερχόμενο υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Οτι είναι εμμονικός και μοχθηρός, ότι συχνά το χιούμορ του εις βάρος της Ελλάδας έφτανε στα όρια του σαδισμού. Οτι –μαζί με την Αγκελα Μέρκελ– ελάχιστα αγωνίστηκε για να ξεπεραστεί γρήγορα η κρίση στην Ελλάδα. Οτι η πάγια συνταγή του, μέχρι και το τέλος του 2016, όπως πληροφορηθήκαμε πρόσφατα, ήταν το Grexit. Κι ότι την έξοδο αυτή ήθελε να την εξαγοράσει με πενήντα δισεκατομμύρια ευρώ. Οτι, αν και φανατικός φεντεραλιστής, προέταξε τα στενά γερμανικά συμφέροντα και δεν παρουσίασε ένα ευρύτερο πολιτικό όραμα για την Ευρώπη. Ακόμη και στην ίδια του τη χώρα, η στοχοπροσήλωσή του στον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού τον απομάκρυνε από μία άλλη, πολύ σημαντικότερη, αποστολή: τη γεφύρωση των κοινωνικών ανισοτήτων και ειδικά του χάσματος ανάμεσα στην πρώην Δυτική και Ανατολική Γερμανία. Εν μέρει απόρροια αυτής της αμέλειας του Σόιμπλε ήταν η γιγάντωση της Ακροδεξιάς στις εκλογές της περασμένης Κυριακής.

Οφείλει όμως κανείς να του αναγνωρίσει κάτι: είναι ένας άοκνος εργάτης της συντηρητικής παράταξης, χωρίς βεντετισμούς, με έντονη αίσθηση του κομματικού καθήκοντος. Από δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου και δικά του μισόλογα, ήταν σαφές ότι δεν ήθελε να εγκαταλείψει το υπουργείο Οικονομικών. Εμπνέει άλλωστε δέος στους Ευρωπαίους συναδέλφους του και δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ποιος διάδοχός του θα απολαμβάνει το ίδιο κύρος στα μελλοντικά Eurogroup. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι δέχθηκε να αποστρατευθεί τιμητικά, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Μπούντεσταγκ, ένα πόστο που ισοδυναμεί με πολιτική συνταξιοδότηση. Ο άνθρωπος που ήταν προορισμένος να γίνει καγκελάριος, αλλά έπεσε θύμα του σκανδάλου χρηματοδότησης επί Χέλμουτ Κολ στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δέχθηκε να γίνει νούμερο δύο της Αγκελα Μέρκελ. Τη στήριξε ακόμη και στη δυσκολότερη στιγμή της θητείας της, όταν αμφισβητήθηκε ο χειρισμός του προσφυγικού ζητήματος εκ μέρους της καγκελαρίου. Τώρα δέχθηκε να παραμερίσει για να διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού. Θα μπορούσε πολλές φορές να υπονομεύσει τη Μέρκελ για να ανέλθει στον θώκο της ή έστω να της δημιουργήσει πρόβλημα, αλλά δεν το έκανε, παρόλο που οι προσωπικές τους σχέσεις δεν είναι οι καλύτερες δυνατές.

Οι συγκρίσεις με το εγχώριο πολιτικό προσωπικό είναι αποκαρδιωτικές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ