ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι εκκρεμότητες της νέας γερμανικής κυβέρνησης

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΟΝΤΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντιμέτωπη με τις σκοτεινές πλευρές της γερμανικής οικονομίας θα βρεθεί για άλλη μία φορά, κατά τη διάρκεια της τέταρτης πλέον θητείας της, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, μετά τη νίκη της στις γερμανικές εκλογές την προηγούμενη εβδομάδα. Εκ πρώτης όψεως, η πορεία της χώρας μοιάζει αξιοθαύμαστη. Η γερμανική οικονομία βρίσκεται σε ανοδική πορεία, η ανεργία έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων χρόνων (5,7%), ενώ ο κρατικός προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος, σε σημείο που να μη χρειάζεται δανεισμό, λόγω μηδενικού ελλείμματος. Εντούτοις, προεκλογικά, οι προβολείς δεν φάνηκαν να στρέφονται στα δομικά προβλήματα της χώρας, ούτε από την πλευρά της κ. Μέρκελ (CDU) αλλά ούτε και από τους «πολιτικά πληγέντες» Σοσιαλδημοκράτες (SPD).

Το οξύμωρο είναι ότι, παρά τη διαρκή και βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, η διαρκής συρρίκνωση των δαπανών έχει οδηγήσει σε υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών και σε μείωση των δημόσιων επενδύσεων. Ενδεικτικά, η Γερμανία καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των χωρών του G7 όσον αφορά τη χρηματοδότηση προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης, τον εκσυγχρονισμό νοσοκομείων και σχολείων και την κατασκευή οδικών δικτύων κυρίως σε επαρχιακές περιοχές. Σε δηλώσεις του στην «Κ» ο Κρίστιαν Οντενταλ, επικεφαλής οικονομολόγος του Κέντρου για τη Μεταρρύθμιση της Ευρώπης, τόνισε ότι η Γερμανία έχει λάβει μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας εδώ και πολύ καιρό. Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά ότι «όταν στις αρχές του 2000 το δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν υψηλό, το κράτος έκανε περικοπές εκεί όπου ήταν πιο εύκολο: στις δημόσιες επενδύσεις». Επίσης, μετά την οικονομική κρίση, η Γερμανία προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, με στόχο να πετύχει έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, παρά τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Εντούτοις, ο κ. Οντενταλ δηλώνει ότι «στην παρούσα φάση, που οι πολίτες έχουν ανάγκη για περαιτέρω επενδύσεις, η έλλειψη προγραμματισμού και η ανεπαρκής διοίκηση δεν βοηθούν στην αύξηση του ρυθμού των επενδύσεων». Επίσης, προβληματισμός επικρατεί και για τη συγκρατημένη αύξηση των μισθών, καθώς και για το υψηλό ποσοστό χαμηλόμισθων, στην τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως.

Ο Καρλ Μπρένκε, επικεφαλής οικονομολόγος του γερμανικού ινστιτούτου DIW Berlin, επισήμανε στην «Κ» ότι «στη Γερμανία το ωρομίσθιο μειώθηκε από το 2003 έως το 2007, ενώ, κατά τη διάρκεια της κρίσης, και λίγο καιρό μετά, αυξήθηκε, αλλά λίγο». Η μισθολογική συρρίκνωση των προηγούμενων ετών αποδίδεται από μερικούς στην εφαρμογή ενός πακέτου μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, το οποίο είναι γνωστό ως «Ατζέντα 2010», μέρος των οποίων αποτελούν οι «μεταρρυθμίσεις Χαρτζ». Την «Aτζέντα 2010» εισηγήθηκε ο προκάτοχος της κ. Μέρκελ, Γκέρχαρντ Σρέντερ, το 2003, και εν συνεχεία στήριξε η ίδια, όταν ανέλαβε το 2005 τη διακυβέρνηση της Γερμανίας. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, στη μείωση των κοινωνικών παροχών, στη δημιουργία ευέλικτων θέσεων εργασίας και στη μείωση του χρόνου ισχύος του επιδόματος ανεργίας, προκειμένου να αυξηθoύν τα κίνητρα για ανάληψη εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση του Κέντρου για τη Μεταρρύθμιση της Ευρώπης, οι μεταρρυθμίσεις Χαρτζ δεν αποτέλεσαν το έναυσμα για τη συρρίκνωση των μισθών. Αυτό συμβαίνει διότι οι μειώσεις στους μισθούς είχαν ξεκινήσει από το 1995 και όχι από το 2004. Εν συνεχεία, ούτε η συρρίκνωση των μισθών μπορεί να δικαιολογήσει την απότομη ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας και την αύξηση της απασχόλησης. Σύμφωνα με τον κ. Μπρένκε, η ιδέα πίσω από τις μεταρρυθμίσεις Χαρτζ ήταν να ασκηθεί πίεση στους εργαζομένους, καθώς η έλλειψη ευελιξίας στην αγορά εργασίας δεν αποτελούσε πρόβλημα στην Γερμανία. Πλήγμα φαίνεται να υπέστησαν οι χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι λόγω των επιπτώσεων από την επανένωση της Δυτικής με την Ανατολική Γερμανία και της υψηλής ανεργίας που επικρατούσε στα τέλη του 1990 και στις αρχές του 2000. Οπως επισημαίνει ο κ. Μπρένκε, το ποσοστό των χαμηλόμισθων στη Δυτική Γερμανία υπολογίζεται στο 14%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ανατολική Γερμανία είναι διπλάσιο. Ανέρχεται στο 28%. Επίσης, στον κλάδο των υπηρεσιών απασχολούνται σε μεγαλύτερο βαθμό χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι, διότι η διαπραγματευτική ικανότητα των εργατικών σωματείων για περαιτέρω μισθολογικές διεκδικήσεις είναι περιορισμένη.

Οι πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν ότι πρακτικά δεν υπάρχουν διαφορές στις θέσεις του CDU και του SPD. Μάλιστα, όπως επισημαίνει και ο κ. Οντενταλ, «πολλοί Γερμανοί ψηφοφόροι αισθάνονται ότι η ψήφος υπέρ του SPD δεν θα μπορούσε να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές». Ο ίδιος προσθέτει ότι διαφορές υπάρχουν μεταξύ των κομμάτων σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, ωστόσο είναι ανεπαίσθητες. Πρόκληση θα είναι, καθώς φαίνεται, και για την κ. Μέρκελ η δημιουργία ενός ισχυρού κυβερνητικού συνασπισμού, διότι οι θέσεις των υπόλοιπων κομμάτων σε ακανθώδη θέματα, από το μεταναστευτικό έως και την εγχώρια οικονομική πολιτική, φαίνονται ασύμπτωτες. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο κ. Οντενταλ δεν αναμένει σπουδαία μεταρρυθμιστικά προγράμματα από τον νέο κυβερνητικό συνασπισμό όταν δημιουργηθεί, ούτε σε εθνικό αλλά ούτε και σε διεθνές επίπεδο.

Εισοδηματική ανισότητα

Η εισοδηματική ανισότητα και το αυξανόμενο ποσοστό φτώχειας αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο αγκάθι για την Αγκελα Μέρκελ, η οποία δεν κατόρθωσε, στη διάρκεια των χρόνων που ηγείται της Γερμανίας, να περιορίσει το εν λόγω φαινόμενο.

Οπως επισημαίνει σε έκθεσή του ο Κρίστιαν Οντενταλ, η εισοδηματική ανισότητα στη Γερμανία παρέμεινε σε σταθερά επίπεδα από το 2005, αφότου είχε προηγηθεί ισχυρή διεύρυνση του χάσματος.

Ωστόσο σημειώνει ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που δεν γνώρισαν παρόμοια οικονομική άνθηση, η ανισότητα είτε παρέμεινε σταθερή είτε μειώθηκε.

Μάλιστα, αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι το ποσοστό φτώχειας αυξήθηκε από το 11% στις αρχές του 1990 περίπου στο 16% το 2015, ενώ από το 2012, 2,1 εκατ. άτομα λαμβάνουν ενίσχυση από κρατικά επιδόματα, διότι ο μισθός που λαμβάνουν δεν επαρκεί για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Ενώ, δηλαδή, την τελευταία δεκαετία το ΑΕΠ αυξάνεται, παρατηρείται άνοδος του ποσοστού φτώχειας στη χώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ