ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δώστε οριστική λύση στα κόκκινα δάνεια

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, ο πρόεδρος του Δ.Σ. της γαλλικής τράπεζας Société Générale, ήταν μέλος από το 2005 έως το 2011 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κάλεσμα προς τους επικεφαλής των ελληνικών τραπεζών να αναλάβουν επιθετική δράση για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς τους, απευθύνει, μέσω της «Κ», ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, πρόεδρος του Δ.Σ. της γαλλικής τράπεζας Société Générale και τέως μέλος (2005-2011) της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. O κ. Μπίνι Σμάγκι, που επισκέφθηκε την Αθήνα για να συμμετάσχει σε εκδήλωση του Harvard Business School Club of Greece, τονίζει για τις τράπεζες: «Είναι καλύτερο να δεχθούν μεγάλο “κούρεμα” στις απαιτήσεις τους, αρκεί να πειστούν οι μέτοχοί τους ότι αυτός είναι ο τελευταίος γύρος, από το να παρατείνεται η αγωνία. Αυτό προϋποθέτει μεγάλη αλλαγή στις καθιερωμένες πρακτικές και στην κουλτούρα της τράπεζας. Συνήθως χρειάζονται έναν νέο διευθύνοντα σύμβουλο που θα ρίξει τις ευθύνες στην προηγούμενη διοίκηση αλλά και αποφασισμένους μετόχους και δυναμικά μέλη του Δ.Σ.».

Για το ευρύτερο ευρωπαϊκό τραπεζικό πεδίο, ο 60χρονος τραπεζίτης δηλώνει: «Πρέπει να δημιουργήσουμε πανευρωπαϊκές τράπεζες που να μπορούν να κάνουν καλύτερη διασπορά κινδύνων και να σπάσει η τόσο στενή διασύνδεση μεταξύ των κινδύνων για το τραπεζικό σύστημα και του δημόσιου χρέους. Αυτό είναι κάτι που το έχουν καταλάβει οι επόπτες».

Στο πολιτικό μέτωπο, ο κ. Μπίνι Σμάγκι διαφωνεί με την επικρατούσα ερμηνεία για το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών.

«Δεν συμφωνώ ότι είναι κακό αποτέλεσμα για την Ευρώπη», λέει. Πιστεύει ότι η Αγκελα Μέρκελ, «όπως έκανε και με το μεταναστευτικό», θα αντιδράσει «κινούμενη στην κατεύθυνση που θεωρεί ότι είναι η σωστή», αντί να αναζητήσει συμβιβασμούς στη βάση του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Oπως και στη συνεργασία της με το SPD, ο Ιταλός τραπεζίτης εκτιμά ότι η καγκελάριος θα «προσπαθήσει να δώσει στο FDP χώρο για να διαμορφώσει την πολιτική στο εσωτερικό, ιδιαίτερα στα φορολογικά», ώστε να έχει μεγαλύτερη άνεση ελιγμών στην ευρωπαϊκή πολιτική. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι «μπορεί να μην είναι τόσο εύκολο» να υλοποιήσει ξανά αυτή τη στρατηγική και παρατηρεί ότι, ούτως ή άλλως, «η Ευρώπη προχωρά μπροστά βήμα βήμα, όχι με άλματα».

Για τη χώρα του –όπου οι τράπεζες παραμένουν αδύναμες και το αντιευρωπαϊκό Κίνημα των Πέντε Αστέρων είναι πολύ πιθανό να κερδίσει τις επόμενες εκλογές– πόσο ανησυχεί; Ο συνομιλητής της «Κ» σημειώνει ότι «μετά τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, τα λαϊκιστικά κινήματα έχουν αποστρέψει την προσοχή τους από το ευρώ», ενώ δεν παίρνει στα σοβαρά τις πρόσφατες αναφορές του Σίλβιο Μπερλουσκόνι περί υιοθέτησης παράλληλου νομίσματος. Ωστόσο, παραδέχεται ότι υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με τη σύνθεση του νέου κυβερνητικού συνασπισμού και λέει ότι είναι πολύ πιθανό να είναι μια «αδύναμη κυβέρνηση». «Η Ιταλία είναι μία από τις χώρες όπου η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στην Ευρώπη έχει επιδεινωθεί δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια» τονίζει. «Αυτό οφείλεται εν μέρει στην οικονομία και εν μέρει στο μεταναστευτικό. Το ΑΕΠ της χώρας είναι σήμερα ακόμα 6-7% κάτω από τα προ κρίσης υψηλά – η δεύτερη χειρότερη επίδοση μετά την Ελλάδα. Και αν λάβουμε υπ’ όψιν την περίοδο από το 1999, η Ιταλία τα έχει πάει χειρότερα από την Ελλάδα».

Κοιτάζοντας προς το μέλλον, ο κ. Μπίνι Σμάγκι διατηρεί επιφυλάξεις σχετικά με την αναδιάρθρωση των κρατικών χρεών. Η συμφωνία τής Ντοβίλ του Οκτωβρίου του 2010, που άνοιγε τον δρόμο για την αναδιάρθρωση χρεών των υπερχρεωμένων κρατών, ήταν για τον κ. Μπίνι Σμάγκι ένα από τα κεφαλαιώδη λάθη που έγιναν στην περίοδο της κρίσης. «Τώρα κάποιοι Γερμανοί οικονομολόγοι το θέτουν ξανά στο τραπέζι. Είναι πολύ επικίνδυνο ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει ένας μεγάλος κοινός προϋπολογισμός μα μέτρα που αμβλύνουν την ύφεση» προειδοποιεί.

Τα λάθη

Ποια άλλα θεωρεί ότι ήταν κρίσιμα λάθη στη διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη; Επρεπε η ΕΚΤ να ήταν τόσο κάθετα εχθρική προς οποιαδήποτε ιδέα αναδιάρθρωσης κρατικών χρεών; «Δεν είχαμε καμία εμπειρία αναδιάρθρωσης σε ανεπτυγμένη χώρα – κανείς δεν ήξερε πώς να το κάνει. Ο Παπανδρέου έλεγε έως τα τέλη Μαρτίου [του 2010] ότι η χώρα δεν χρειάζεται πρόγραμμα διάσωσης. Μετά, όταν έγινε σαφές ότι θα ήταν απαραίτητο, δεν υπήρχε κάποιος ευρωπαϊκός μηχανισμός για να το διαχειριστεί. Οι δε μακροοικονομικές προβλέψεις εστίαζαν στη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά δεν ελήφθη επαρκώς υπ’ όψιν η δραματική επιδείνωση των συνθηκών τραπεζικής χρηματοδότησης. Ο συνδυασμός δημοσιονομικής περιστολής και κατάρρευσης του τραπεζικού δανεισμού οδήγησε στον εκτροχιασμό του προγράμματος».

Η ΕΚΤ, ωστόσο, ήταν η πιο αρνητική από όλους τους θεσμούς απέναντι στο ενδεχόμενο ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους – ακόμα και χωρίς «κούρεμα». Γιατί; Η αίσθηση στην Φρανκφούρτη την άνοιξη του 2011, εξηγεί ο κ. Μπίνι Σμάγκι, ήταν ότι η ελληνική κυβέρνηση «έβλεπε την αναδιάρθρωση ως κάτι που θα αντικαθιστούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή και την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Αυτή ήταν η εντύπωση που μου έδινε ο Παπακωνσταντίνου».

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ο πρόεδρος της Société Générale παραδέχεται ότι «έπρεπε να είχαμε εφαρμόσει νωρίτερα το OMT (το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων άνευ ορίων που ανακοίνωσε το Σεπτέμβριο του 2012 ο Μάριο Ντράγκι)». Υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι βασικός όρος για την ενεργοποίηση του OMT (που έχει μείνει ανενεργό ώς σήμερα) είναι «η υπαγωγή της χώρας υπό συζήτηση σε πρόγραμμα». Και προσθέτει ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν επίσης στην απροθυμία των κρατών-μελών –όπως την έβλεπε η ΕΚΤ– να επωμιστούν τα βάρη που τους αναλογούσαν για τη διαχείριση της κρίσης.

Για τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης Παπανδρέου, ο κ. Μπίνι Σμάγκι υπενθυμίζει ότι, παρά την ανακοίνωση του κατά πολύ υψηλότερου ελλείμματος, υπήρξε αδράνεια – «ο Παπανδρέου δεν ήθελε να παρεκκλίνει από το προεκλογικό του πρόγραμμα και οι άλλοι υπουργοί Οικονομικών άργησαν πολύ να αντιδράσουν. Η ΕΚΤ ήταν μάλλον η πρώτη που ανησύχησε πολύ». Η παραμονή της Ελλάδας σε καθεστώς μνημονίου ακόμα και σήμερα, όταν όλες οι υπόλοιπες χώρες έχουν επιστρέψει στις αγορές, οφείλεται κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με τον κ. Μπίνι Σμάγκι, στην «έλλειψη αξιοπιστίας» του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ