ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στην τελική ευθεία ο διαγωνισμός ιδιωτικοποίησης του ΔΕΣΦΑ

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Η διάθεση του 66% του ΔΕΣΦΑ σε στρατηγικό επενδυτή εισέρχεται στη δεύτερη κρίσιμη φάση των δεσμευτικών προσφορών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κατάσταση «deja vu» αρχίζει να διαμορφώνεται γύρω από την ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ, καθώς ο νέος διαγωνισμός για τη διάθεση του 66% σε στρατηγικό επενδυτή εισέρχεται στη δεύτερη κρίσιμη φάση των δεσμευτικών προσφορών.

Χθες άνοιξε το λεγόμενο VDR (Virtual Data Room), δηλαδή η εικονική τράπεζα πληροφοριών για τους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Δύο τουλάχιστον ζητήματα που δεν επέτρεψαν στον προηγούμενο διαγωνισμό να τελεσφορήσει επανέρχονται στο προσκήνιο και –όπως όλα δείχνουν– ο τρόπος της διευθέτησής τους θα κρίνει την τύχη και του εν εξελίξει διαγωνισμού, που προχωράει με το πλεονέκτημα του ανταγωνισμού δύο υποψηφίων και μάλιστα ευρωπαϊκών εταιρειών (Snam - Enagas - Fluxys - Gasunie και Regasificadora del Noroeste SA), έναντι του ενός που προερχόταν από τρίτη χώρα στον πρώτο διαγωνισμό (αζέρικη Socar).

Τα τέλη

Το πρώτο ζήτημα συνδέεται με τα τέλη δικτύου, που αποτελούν και τη μοναδική πηγή εσόδων του ΔΕΣΦΑ και την αναπροσαρμογή τους προκειμένου να συμπεριλάβουν τα ανακτήσιμα ποσά της περιόδου 2006 - 2015. Η ρύθμιση για τα ανακτήσιμα αυτά ποσά από τον τότε υπουργό Ενέργειας Πάνο Σκουρλέτη, ο οποίος τα περιόρισε από τα 829 εκατ. σε 285 εκατ. ευρώ, τίναξε στον αέρα τη συμφωνία με τη Socar.

Τα ανακτήσιμα ποσά επαναπροσδιορίστηκαν από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας στα 326 εκατ. ευρώ με πρόβλεψη για την ανάκτησή τους σε ορίζοντα 20ετίας, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ευόδωσης της συμφωνίας με τη Socar που δεν έφερε όμως αποτέλεσμα. Η λογική που επικράτησε τότε στο κυβερνητικό επιτελείο, με την οποία συστρατεύτηκε και ο βιομηχανικός κόσμος της χώρας, ήταν ότι πρέπει να αποφευχθούν υπέρμετρες αυξήσεις στα τέλη δικτύου που θα ήταν εις βάρος της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας συνολικότερα. Ετσι, έβαλε «κόκκινη γραμμή» στο ύψος των τελών επιδιώκοντας ταυτόχρονα διατήρηση του τιμήματος των 400 εκατ. ευρώ –κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από τη Socar και την ιταλική Snam, που διαπραγματεύονταν από κοινού τότε το 17% του ΔΕΣΦΑ.

Εχοντας την προηγούμενη εμπειρία κατά νουν, οι υποψήφιοι επενδυτές που προσήλθαν στον νέο διαγωνισμό θέτουν θέμα αφενός διασφάλισης σταθερής τιμολογιακής πολιτικής μέχρι το 2022, αλλά και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ανάκτησης των 320 εκατ. ευρώ, εμπροσθοβαρές και σημαντικά μικρότερης διάρκειας από τα προβλεπόμενα, από τον νόμο του 2015, 20 έτη και πλέον 18.

Οι επενδυτές συναρτούν άμεσα τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις- διασφαλίσεις με το τίμημα φέρνοντας σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, που έχει θέσει ως κατώφλι τα 400 εκατ. ευρώ της Socar. Η διασφάλιση αυτού του τιμήματος προϋποθέτει υποχώρηση της κυβέρνησης στο αίτημα για εμπροσθοβαρή και γρηγορότερη ανάκτηση των 320 εκατ. ευρώ, που στην πράξη σημαίνει μεγάλες αυξήσεις από το 2018 και μέχρι το 2022 στις ταρίφες του ΔΕΣΦΑ, ό,τι δηλαδή ακριβώς επιχείρησε να αποφύγει στον προηγούμενο διαγωνισμό τινάζοντάς τον στον αέρα.

Ετσι, εμφανίζεται εκ νέου εγκλωβισμένη στο δίλημμα: υψηλές ταρίφες που θα φέρουν υψηλό τίμημα, ή χαμηλές ταρίφες και χαμηλότερο τίμημα; Και οι δύο επιλογές συνοδεύονται από υψηλό πολιτικό κόστος, αφού στην πρώτη πρέπει να αντιμετωπίσει την κριτική για τις επιβαρύνσεις των καταναλωτών και στη δεύτερη την κριτική για είσπραξη χαμηλότερων εσόδων από τον πρώτο διαγωνισμό που έτρεξε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Την άσκηση με τα τέλη και τα ανακτήσιμα ποσά έχει αναλάβει να λύσει η ΡΑΕ, με άσο στο μανίκι τα παραπάνω έσοδα του ΔΕΣΦΑ για το 2017 σε σχέση με τα εγκεκριμένα. Πρόκειται για ένα ποσό της τάξης των 100 εκατ. ευρώ, εκ του οποίου τα 50 προτίθεται να τα επιστρέψει στην κατανάλωση μειώνοντας τα τέλη από τον Μάιο του 2018 και τα υπόλοιπα 50 να τα συμψηφίσει με τα ποσά που πρέπει να ανακτήσει ο ΔΕΣΦΑ. Ετσι, ικανοποιείται σε μεγάλο βαθμό το αίτημα των επενδυτών για εμπροσθοβαρή ανάκτηση, χωρίς να προκύπτει μεγάλη επιβάρυνση των καταναλωτών. Η πίεση ωστόσο που ασκείται για σύντμηση του χρονικού διαστήματος ανάκτησης των 320 εκατ. ευρώ μπορεί να φέρει τα αντίθετα ή ακόμη και απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Ο αγωγός TΑΡ

Το δεύτερο ζήτημα που, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει τεθεί από στην κυβέρνηση, ανεπίσημα από την πλευρά των υποψηφίων επενδυτών που δεν προκρίθηκαν για τη δεύτερη φάση του διαγωνισμού συνδέεται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο και παραπέμπει στις ενστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού (DGcomp) προς την εξαγορά του ΔΕΣΦΑ από τη Socar. Η ένσταση που ανεπισήμως διατυπώθηκε αφορά στο γεγονός ότι στο επενδυτικό σχήμα των τεσσάρων Ευρωπαίων διαχειριστών οι τρεις στις τέσσερις εταιρείες ελέγχουν το 55% του αγωγού TΑΡ, που είναι ιδιωτικός αγωγός και θα βρεθεί να ελέγχει Ευρωπαίο διαχειριστή, στην περίπτωση που προκριθεί η συγκεκριμένη κοινοπραξία. Το εάν πράγματι τίθεται θέμα ασυμβατότητας με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, θα φανεί όταν η υπόθεση φτάσει στην DGcomp.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ