Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Εκαστος ουν ημών εστιν ανθρώπου σύμβολον»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​ν αρχή ην ο λόγος, με πεζό το λάμδα του. Και μάλιστα της Βίβλου ο λόγος, που οι πιστοί τον αντιμετωπίζουν ως θεόπνευστο, άρα αλάθητο, ενώ εκείνοι που προκρίνουν την επιστήμη τον βλέπουν σαν κείμενο που επιδέχεται όσα χαρακτηρίζουν την κριτική ανάγνωση: ζύγισμα με βάση τις αρχές της νόησης, όχι των αισθημάτων, έλεγχο και αμφισβήτηση μετά πειστηρίων. «Γένεσις» 1, 27 λοιπόν: «Και εποίησεν ο θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς». Το χωρίο εξηγεί το πάθος με το οποίο αντέδρασε η ιεραρχία στο νομοσχέδιο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας φύλου και απαίτησε την απόσυρσή του, απαίτησε δηλαδή να γίνει αυτή νομοθέτης στη θέση του συνταγματικά οριζόμενου. Εφόσον ο Θεός έπλασε το άρσεν και το θήλυ και τίποτε «ανάμεσό τους», η αποδοχή πως υπάρχει κάτι το ενδιάμεσο, το μετέωρο, το «trangender», το διεμφυλικό όπως ονομάζεται από την επιστήμη, η οποία, σε πείσμα της πίστης, δεν έπαψε να προοδεύει, σημαίνει ότι η Βίβλος σφάλλει, αφού δεν καλύπτει με πληρότητα την ανθρώπινη κατάσταση, τμήμα της οποίας είναι και η βιούμενη αναντιστοιχία ανάμεσα στο βιολογικό φύλο και στο ψυχολογικό. Ισως όμως σημαίνει κάτι βαρύτερο: ότι το θεϊκό σχέδιο, έτσι τουλάχιστον όπως το ιστορεί η Βίβλος, δηλαδή «αυθεντικά», υπολείπεται της πραγματικής ανθρώπινης κατάστασης, η οποία, όπως αναδεικνύεται εμπειρικά και επιστημονικά, είναι βιολογικά πιο περίπλοκη και ψυχολογικά πιο σύνθετη απ’ ό,τι ανέχεται η ταξινομική φράση «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς».

Οι αυτοσχεδιασμοί των χρωματοσωμάτων, για τους οποίους είναι έτοιμη η επιστήμη, όχι όμως και η θρησκεία, ουδεμία θρησκεία, ταράζουν τη γαλήνη που απορρέει από τη σιγουριά πως όλα είναι πλασμένα «εν σοφία». Αν όλα, απολύτως όλα, τότε πώς όχι και οι «τερατώδεις» τρανς; Αλλος Θεός τούς εποίησε, άλλος ταίριαξε τα γονίδιά τους προτού εκδηλωθεί η ελεύθερη βούλησή τους; Για να μην υπάρχει καν έδαφος για τέτοια ερωτήματα, μια λύση είναι να απαγορευτεί η θεωρία της εξέλιξης και να αναθεματιστεί αναδρομικά ο Δαρβίνος. Μήπως δεν υπάρχει ολόκληρο κίνημα στις ΗΠΑ που απαιτεί να διδάσκεται μόνο η εκδοχή της Δημιουργίας στα σχολεία, ίσως με τη συνδρομή των ταινιών του Χόλιγουντ; Ή μήπως ο πεφωτισμένος Ταγίπ Ερντογάν, πιστός της δικής του αλάθητης θρησκείας, δεν αποφάσισε να επεκτείνει τη δημοκρατία του και στην εκπαίδευση, προστάζοντας να μη διδάσκεται η θεωρία της εξέλιξης στα σχολεία; Οι φονταμενταλισμοί υπερβαίνουν εύκολα όσα τους χωρίζουν για να συναντηθούν στον πυθμένα της οπισθοδρόμησης. Ο Πάπας, πάντως, έχει ήδη αποδεχτεί ως σωστή τη θεωρία της εξέλιξης, καθώς και του Μπιγκ Μπανγκ, ενώ, άλλη βαριά αμαρτία, δέχτηκε με θέρμη στο Βατικανό έναν Ισπανό, που, νιώθοντας από παιδί «το σώμα του σαν φυλακή της ψυχής του», άλλαξε χειρουργικά φύλο. Ε, δεν πιστοποιούν όλα αυτά πως ο Πάπας είναι «αιρετικός»;

Το «θεολογικώς φυσικό» επικαλείται η Εκκλησία, το «βιολογικώς φυσικό» ο Βασίλης Λεβέντης, ο Βασίλης Τσάρτας και κάποιοι που υποτίθεται πως είναι αστέρες στο στερέωμα του φιλελεύθερου πνεύματος. Και διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για όλες αυτές τις «ανωμαλίες» και τις «διαστροφές», καταριόνται τους νομοθέτες, ανακαλύπτουν σκοτεινά σχέδια διάβρωσης του ελληνισμού, εμφανίζονται σίγουροι ότι ισοβίτες θα αλλάζουν φύλο για να πηγαίνουν στις γυναικείες φυλακές και χιλιάδες μετανάστες θα χρησιμοποιήσουν σαν κόλπο τη δήλωση αλλαγής ταυτότητας φύλου, ώστε να μπουν στην Ευρώπη και να μην μπορεί κανείς πια να τους στείλει στην ισλαμική πατρίδα τους, όπου τους αναμένει λιθοβολισμός. Τη φύση πάντως, για να θυμηθούμε τους αρχαίους, την «ανθρωπίνην φύσιν», επικαλείται και ο Αριστοφάνης στο «Συμπόσιον» του Πλάτωνα για να εξηγήσει «την του έρωτος δύναμιν» και την προσπάθεια κάθε ανθρώπου να ολοκληρωθεί, βρίσκοντας την «αδελφή ψυχή», το έτερόν του ήμισυ.

Επινοώντας τον δικό του ανθρωπογονικό μύθο, ο μέγας κωμικός σοβαρολογεί, μάλιστα, όπως τονίζει ο μεταφραστής του «Συμποσίου» Ιωάννης Συκουτρής, η ομιλία του είναι η μόνη στη συνάντηση που σκηνοθέτησε ο Πλάτων που «αφήνει μίαν θέσιν υψηλήν εις την γυναίκα». Και πάλι, εν αρχή ην ο λόγος: «Η γαρ πάλαι ημών φύσις ουχ αυτή ην ήπερ νυν, αλλ’ αλλοία. Πρώτον μεν γαρ τρία ην τα γένη τα των ανθρώπων, ουχ ώσπερ νυν δύο, άρρεν και θήλυ, αλλά και τρίτον προσήν, κοινόν ον αμφοτέρων τούτων, ου νυν όνομα λοιπόν, αυτό δε ηφάνισται· ανδρόγυνον γαρ εν τότε μεν ην και είδος και όνομα εξ αμφοτέρων κοινόν του τε άρρενος και θήλεος, νυν δε ουκ έστιν αλλ’ ή εν ονείδει όνομα κείμενον». Μεταφράζει ο Συκουτρής (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε από την «Εστία» το 1934): «Παλαιά ο οργανισμός μας δεν ήτον ο ίδιος, όπως τώρα· ήτο διαφορετικός. Πρώτα πρώτα τα φύλα των ανθρώπων ήσαν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, αρσενικόν και θηλυκόν. Υπήρχεν ακόμη και ένα τρίτον, αποτελούμενον απ’ αυτά τα δύο. Το όνομά του μένει ακόμη, το ίδιον όμως έχει εξαφανισθή: το αρσενικοθήλυκον. Ητο τότε ένα ξεχωριστόν φύλον, και συνεδύαζε και εις την εμφάνισιν και εις το όνομα τα δύο άλλα, το αρσενικόν και το θηλυκόν. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον ως λέξις και χρησιμοποιείται ως ύβρις» («ανδρόγυνος ελέγετο ο θηλυπρεπής άνδρας», εξηγεί ο μεταφραστής).

Τα ανθρώπινα πλάσματα της αριστοφανικής φαντασίας ήταν διπλά, με τέσσερα χέρια και πόδια, δύο πρόσωπα στραμμένα προς αντίθετη κατεύθυνση και «αιδοία δύο». Η τεράστια δύναμή τους τα οδήγησε να τα βάλουν και με τους θεούς. Οργίστηκε ο Δίας, «θα κόψω σε δύο μέρη τον καθέναν» αποφάσισε. Κι έτσι, επειδή «η φύσις δίχα ετμήθη», «αναζητούσε το καθένα το άλλο του ήμισυ και επήγαιναν μαζί. Ετύλιγαν τότε τα χέρια των ο ένας γύρω από τον άλλον, και έτσι σφικταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθον να κολλήσουν μαζί, εύρισκαν τον θάνατον από την πείναν». Σπλαχνικός ο αρχιολύμπιος, έκανε τις χειρουργικές του επεμβάσεις και τα ανθρώπινα μισά μπορούσαν πια να σμίγουν εν ηδονή και να ολοκληρώνονται. «Εκαστος ουν ημών εστιν ανθρώπου σύμβολον» συμπεραίνει ο Αριστοφάνης. «Ο καθένας μας είν’ ένα ημίτομον [...] και ζητεί διαρκώς ο καθένας το άλλο του ημίτομον». Πώς κόβαμε με τον κολλητό μας στον στρατό ένα κατοστάρικο στα δύο, ώστε χρόνια μετά να ενώσουμε τα μισά και να δείξουμε άθικτη τη φιλία μας; Και οι αρχαίοι έκοβαν ένα νόμισμα ή ένα όστρακο κι όταν ξανάσμιγαν έβαζαν μαζί τα κομμάτια (τα «συνέβαλον») για τους ίδιους λόγους. Εξ ου και το σύμβολο.

Ενα παραμύθι η ιστορία του Αριστοφάνη. Μα ίσως πιο κοντά στ’ ανθρώπινα απ’ ό,τι οι μεγάλες Αλήθειες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ