Το υποκείμενο στη φωτογραφία είναι η Οντρέ Τοτού. Ή, αν δεχτούμε τη δική της ερμηνεία, «το υποκείμενο είναι κάποια ανάμεσα στην ηρωίδα και στον εαυτό μου». Έτσι τουλάχιστον περιγράφει η ίδια τα καλλιτεχνικά της κίνητρα πίσω από τη σειρά των φωτογραφικών της αυτοπορτρέτων που αποτέλεσαν την πρώτη της έκθεση με τίτλο «Superfacial», στο γνωστό φεστιβάλ φωτογραφίας της Αρλ. Το υλικό της ξεκίνησε να το συγκεντρώνει από το μακρινό πια 2001, όταν εν μια νυκτί η φήμη της πέρασε τα εθνικά όρια της Γαλλίας και η ίδια έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στον κόσμο· για την ακρίβεια είχε μεταμορφωθεί στην Αμελί Πουλέν, εκείνη την παραμυθένια εκδοχή της μοντέρνας Παριζιάνας, αποτελώντας παράλληλα το απόλυτο πρότυπο εκατομμυρίων κοριτσιών που γέμισαν τις κινηματογραφικές αίθουσες και μιμήθηκαν το κούρεμά της. Η Τοτού ήταν τότε 25 χρονών και, όπως είπε προ ημερών σε συνέντευξή της στον Guardian με αφορμή την έκθεσή της, η αναγνωρισιμότητά της ήταν γι’ αυτήν κάτι «απρόοπτο και περίεργο» και τη βοήθησε να συνειδητοποιήσει ότι «η φαντασία του κοινού μπορούσε να δημιουργήσει για σένα έναν καινούργιο εαυτό».

Κάπου ανάμεσα στην κατασκευασμένη δημόσια εικόνα της, τη σκιά της δυναμικής προσωπικότητας της Αμελί και τον πραγματικό της εαυτό, η Οντρέ Τοτού αναζήτησε την ταυτότητά της μέσα από τη φωτογραφία, απαθανατίζοντας μορφές (της) στο μεταίχμιο και διασκεδάζοντας μέσα σε ρόλους και γκριμάτσες, και παράδοξες πόζες. Και έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες είναι (κυρίως) ασπρόμαυρες, σε αντίθεση με το χαρακτηριστικό πολύχρωμο σύμπαν που είχε φτιάξει για την κινηματογραφική Αμελί ο Ζαν-Πιερ Ζενέ. Είναι λες και η Τοτού βρήκε μέσα από την κάμερά της έναν τρόπο να απεγκλωβιστεί από το ισόβιο alter ego της. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ