Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γεωργία Γεννιά: Κομπόστ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Συμβαίνει σε όλους. Συμβαίνει σε μια μετακόμιση ή όταν, ας πούμε, ψάχνεις το διαβατήριό σου και, βουτηγμένος στα συρτάρια σου, ανακαλύπτεις πράγματα που είχες ξεχάσει ότι είχες. Πράγματα με τα οποία συμβίωνες κι, ωστόσο, φαίνονται σαν να είναι στο σπίτι σου ριγμένα από ξένο χέρι.

Κάπως έτσι αντιδρά ο συριζαϊκός πυρήνας στα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν μεν εδώ και τρία χρόνια την κοινοβουλευτική του ομάδα, αλλά κατέστησαν ορατά μόλις τώρα. Μόλις αυτονομήθηκαν δύο βουλευτίνες, ακολουθώντας τις καταβολές τους κόντρα στην κεντρική κυβερνητική γραμμή, οι πρωτοσυριζαίοι θυμήθηκαν τι είδους υλικά χρειάστηκε να περάσουν από τον κομποστοποιητή του αντιμνημονίου προκειμένου να προκύψει η πλειοψηφική μάζα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ετσι έγινε με τη βουλευτή Πειραιά, Γεωργία Γεννιά. Απαρατήρητη μέχρι προχθές, που καταψήφισε το νομοσχέδιο για την αναγνώριση ταυτότητας φύλου, η Γεννιά σαν να αιφνιδίασε με την ύπαρξή της την Κουμουνδούρου, που την επέπληξε δημοσίως διά της κομματικής εκπροσώπου. Ξαφνικά θυμήθηκαν οι κομματικοί αξιωματούχοι ότι η βουλευτής ξεκίνησε κάποτε από τη Νεολαία ΠΑΣΟΚ, για να μεταπηδήσει στο άρμα του Γιάννη Δημαρά προτού αδελφωθεί με του ΣΥΡΙΖΑ διά της κίνησης «Πράττω» του Νίκου Κοτζιά. Ξαφνικά θυμήθηκαν και οι συνάδελφοί της στη Βουλή ότι διατηρεί συγγενικούς –και πνευματικούς– δεσμούς με επίσκοπο μεγάλης μητρόπολης.

Ηταν αλυσιδωτοί οι αιφνιδιασμοί. Δεν ήταν μόνο η Γεννιά. Ούτε η Νίνα Κασιμάτη έχει καθαρό μητρώο αριστεροσύνης. Ούτε ο Μάρκος Μπόλαρης. Ούτε ο διαπρεπής Μιχελογιαννάκης. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ιδεολογικό. Η ευκολία με την οποία αυτονομήθηκαν αυτοί οι βουλευτές, και η αντίστοιχη ευκολία με την οποία τους αναγνώρισε ως «αλλότριους» το κομματικό κέντρο, έδωσε τροφή στη φιλολογία περί δεδηλωμένης. Πρόκειται μάλλον για πρόωρη αναζήτηση. Η κυβερνητική πλειοψηφία κουνιέται, αλλά δεν πέφτει. Κουνιέται επειδή στενεύει ο εκλογικός ορίζοντας, με αποτέλεσμα να αφυπνίζονται τα ένστικτα αυτοσυντήρησης των βουλευτών και η ανάγκη τους να συντηρήσουν κάπως τα πελατειακά τους ερείσματα.

Σε αγωνία επιβίωσης μπορεί, πάντως, να αποδώσει κανείς την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος της κυβέρνησης για «προοδευτικές» συμμαχίες. Είναι μια αγωνία λογική. Τι θα έχει απομείνει στον ΣΥΡΙΖΑ όταν πια θα έχει ανακυκλώσει και τα τελευταία από τα καμένα λάδια των ευκαιριακών συμμαχιών του; Με ποιον θα μπορεί να συνομιλεί μετεκλογικά η μικρότερη και πιο ομοιογενής κοινοβουλευτική ομάδα του ηττημένου ΣΥΡΙΖΑ; Ποιον θα μπορεί να επικαλείται ως εταίρο;

Για να ανοίξει το πεδίο σε μια τέτοια αριστερο-κεντροαριστερή σύγκλιση, το Μαξίμου θα συνεχίσει να παίζει με τα συντηρητικά αντανακλαστικά της Ν.Δ. Θα συνεχίσει να ανοίγει πολιτισμικά μέτωπα –Εσθονία, φύλο, κάνναβη– μπας και αναστήσει το σκιάχτρο της Δεξιάς. Το σκιάχτρο εκείνης της Δεξιάς με την οποία ξεχνάει ότι συγκυβερνά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ