ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 2016 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου «Αλλόκοτος Ελληνισμός» από τις εκδόσεις Κίχλη. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού «Αναγνώστης». Σε αυτό, ο συγγραφέας φωτίζει επτά έκκεντρες μορφές της νεοελληνικής πνευματικής ιστορίας: Κυριάκος Αγκωνίτης, Πλήθων, Μάρουλλος Ταρχανιώτης, Χριστόδουλος Παμπλέκης, Θεόφιλος Καΐρης, Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, Κωνσταντίνος Σιμωνίδης. Το δοκίμιό του συνδυάζει τη μελέτη των πηγών με την ιστορία των ιδεών και τον φιλοσοφικό στοχασμό. Αλλά... γιατί;

– Κατ’ αρχάς γιατί γράψατε γι’ αυτούς τους ανθρώπους;

– Oταν παγιώνονται συνθήκες στασιμότητας και άπνοιας στο κέντρο, «στασιμοχρεοκοπίας» όπως τη λέμε εσχάτως, κινείται κανείς συνειδητά ή ασυνείδητα προς την περιφέρεια: αναζητεί στη μεθόριο πια λησμονημένες δυνάμεις, ιδέες, αισθήματα ή βιώματα που μπορούν να τον σύρουν έξω από μια τελματωμένη κοινότητα. Δεν ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν σε συλλογικότητες, μαζικούς αγώνες και εξεγέρσεις. Νομίζω ότι πλέον η επανάσταση είναι προσωπική, ένα είδος αναχώρησης στον εαυτό, που θα έλεγε κι ο Μάρκος Αυρήλιος, εσωτερικής μετανάστευσης. Εδώ δεν βοηθά άλλο η συμβατική ιστορία της φιλοσοφίας, χρειάζεται κι η έρευνα στις υποσημειώσεις της και στο περιθώριό της. Διότι φιλοσοφία δεν είναι μόνον τα «μεγάλα» κείμενα, μάλλον ο τρόπος που βιώνει κανείς τις ιδέες του, και η ένταση με την οποία τις ζει. Τα επτά πρόσωπα του «Αλλόκοτου Ελληνισμού» είναι μοναχικοί άνθρωποι που βρήκαν εντελώς προσωπικούς, έντονους και ριζοσπαστικούς τρόπους να συνδεθούν με το παρελθόν και να αναγγείλουν αυτό που έρχεται.

– Bασική έκφραση του ελληνικού ψυχισμού είναι η αναγνώριση από την κοινότητα, η αναγνώριση από τους άλλους. Οι επτά άνθρωποι του βιβλίου επιδιώκουν την αναγνώριση από τους άλλους ή την εσωτερική μετανάστευση;

– Θα συμφωνούσα ότι αυτοί οι επτά άνθρωποι επεδίωκαν απλώς την αναγνώριση των άλλων εάν ανέκοπταν κάποια στιγμή τη φυγόκεντρη πορεία τους. Oμως, προχώρησαν σε σημείο αυτοκαταστροφικό, τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις. Κι έδειξαν πως συχνά η «λόξα» προηγείται του κανόνα: για παράδειγμα, ο Πλήθωνας μιλάει πρώτος για τη νεοελληνική ταυτότητα που δεν είναι ούτε βυζαντινή ούτε δυτική, ο Θεόφιλος Καΐρης είναι ο σπουδαίος επιστήμονας που φέρνει το σύγχρονο τηλεσκόπιο στην Ελλάδα κι ο Σοφιανόπουλος καθιερώνει το επίθετο «νεοελληνικός» – επομένως, τόσα πράγματα που εμείς καταφάσκουμε πλέον ως συλλογικές κατακτήσεις πρωτοδιατυπώθηκαν σε συνθήκες ατομικής «λόξας». Το κέντρο τρέφεται από το περιθώριο που υποτίθεται πως απορρίπτει. Δεν είναι τυχαίο που το επίθετο αλλόκοτος εμπεριέχει το ουσιαστικό «κότος»: ό,τι σου προκαλεί αντιπάθεια, χολή, αμηχανία, φόβο. Κι όμως, η ανανέωση έρχεται με τέτοιους υπόγειους τρόπους, χάρη σε ανθρώπους που πληρώνουν το τίμημα να εμφανίζονται ως άτοποι κι αλλόκοτοι.

– Τι περιεχόμενο δίνετε σ’ αυτό;

– Αλλόκοτη ονομάζω μια φανέρωση αναπάντεχη και αιφνίδια, την ανάδυση ενός τρομακτικού και ανησυχαστικού στοιχείου εκεί που νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ένα οικείο, γνώριμο και εν πολλοίς εξαντλημένο περιβάλλον. Είναι ένα «εξαίφνης», μια εγκάρσια τομή στην οικειότητα που ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν άλλο τρόπο ύπαρξης πέρα από τη νόρμα. Κατεξοχήν αλλόκοτο είναι το πνεύμα του «ατοπώτατου» Σωκράτη, άλλωστε στόχος του ήταν να υπονομεύει τις βεβαιότητες. Για παράδειγμα, ένα από τα προβλήματα που έχουμε στην Ελλάδα είναι ότι ακόμη συζητάμε για μια φαντασιακή κοινότητα, τάχα ελληνοχριστιανική. Την προβάλλουμε στο παρελθόν, και φανταζόμαστε ότι είναι κάτι το οποίο χάσαμε και από το οποίο προερχόμαστε. Aνθρωποι όπως ο Παμπλέκης, ο Καΐρης κι ο ορθόδοξος Σιμωνίδης αιφνιδίως δείχνουν τα όρια της φαντασίωσης αυτής. Μα ούτε και υπήρξε ποτέ καμιά συστηματική απόπειρα σύγκλισης με τη Δύση. Η «νεώτερη Ελλάδα» λοιπόν γεννήθηκε και παραμένει σε μια μετεωρική κατάσταση. Γι’ αυτό η βιωμένη αιώρηση των συγκεκριμένων επτά προσώπων και τα αλλόκοτα ρήγματα που προκαλούν στην κοινότητα με συγκινούν περισσότερο και είναι πιο αληθινά από τις νεφελώδεις θεωρίες περί νεοελληνικής ταυτότητας.

– Με δυο λόγια, λέτε ότι μπορούμε να σωθούμε ατομικά αλλά όχι συλλογικά...

– Ακριβώς. Παντού υπάρχει η δυνατότητα ενός έκκεντρου κέντρου. Μπορείς να δημιουργήσεις το δικό σου κέντρο ακόμη κι όταν βρίσκεσαι σε μια κοινότητα χωρίς διανοούμενους ή φιλοσοφία, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πια το ανθρώπινο δυναμικό που απαιτείται για την αναδόμηση μιας κοινότητας. Κι έτσι ερχόμαστε στο σήμερα: Οι χιλιάδες των Ελλήνων που βρίσκονται σκορπισμένοι στο εξωτερικό δεν είναι ένα ακόμα κλισέ, αλλά πρωταρχικής σημασίας ζήτημα. Eστω πως με μαγικό τρόπο η Ελλάδα ξεπερνά την οικονομική κρίση – και πάλι, δεν έχει το ανθρώπινο δυναμικό για να συγκροτήσει μια πολιτική κοινότητα δυτικού τύπου. Απομένει η ατομική συγκρότηση, πράξη πολιτική εντέλει, κι όχι αναχωρητισμού ή απελπισίας. Διότι, όσο βαθύτερα καταδύεσαι στον εαυτό σου, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να συναντήσεις τον Aλλο. Ο άλλος βρίσκεται ήδη βαθιά μέσα σου. Γι’ αυτό και άνθρωποι τόσο ιδιόρρυθμοι, όσο ο Πλήθωνας και ο Καΐρης μοιάζουν μεν απομονωμένοι και σε διαρκή ένταση με την κοινότητα, την ίδια στιγμή που δεν επιδιώκουν τίποτα άλλο από τη σύνδεση μαζί της.

«Μετανεωτερικός χυλός...»

– Το ζήτημα δεν είναι αν θέλουν να ανήκουν στην κοινότητα, και ένας Aγγλος θέλει να είναι, και μάλιστα είναι σε μεγάλο βαθμό. Eχει λέσχες, ομάδες και άλλα. Το ζήτημα είναι πώς αυτοαναγνωρίζεται ο άνθρωπος. Στα μάτια των άλλων ή σε μια προσωπική αλήθεια, που πιθανώς είναι και μια κοινή αλήθεια; Δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι πάσχισαν να αυτοαναγνωριστούν ή έκαναν άλλη μία προσπάθεια να αναγνωριστούν από την κοινότητα στην ακρότητά τους, που εσείς την ονομάζετε ακεραιότητα;

– Νομίζω ότι κινήθηκαν με γνώμονα μια πορεία φυγόκεντρη, αλλά ειλικρινή, και ότι η ακρότητα συχνά είναι το επιφαινόμενο της ακεραιότητας. Eγιναν αλλόκοτοι συγκροτώντας έναν συμπαγή εαυτό, διότι ένιωθαν ότι η κοινότητά τους είναι στρεβλή, σκάρτη και ρευστή. Οι περισσότεροι συνετρίβησαν ή ξεριζώθηκαν σαν άγρια παραβλάσταρα. Διόλου τυχαία, ο Νίτσε περιγράφει την εμπειρία του αλλόκοτου με το παράδειγμα της ζούγκλας, όπου εμφανίζονται δυνάμεις άναρχες κι εκτός ελέγχου. Το αλλόκοτο είναι μια ζούγκλα που ξεπετιέται μέσα από ρωγμές. Οπωσδήποτε, ο Νίτσε θα ήθελε να αρκούσε ο Λόγος για να μετασχηματιστεί ο άνθρωπος και ο κόσμος. Η πραγματικότητα όμως είναι ανελέητη. Aλλωστε, αυτό που λέγεται πως συγκλόνισε τον Νίτσε (αν δεχθούμε για μια στιγμή ότι το περιστατικό συνέβη) είναι η εικόνα ενός αμαξά που ασκεί βία στο άλογό του, σε ένα πανέμορφο ζώο. Καμία εξήγηση, καμία φιλοσοφία, κανένας Καντ ή Χέγκελ δεν μπορεί να πάρει αυτόν τον αμαξά και να τον μετασχηματίσει.

– Μήπως γι’ αυτό η ελληνική κοινωνία δεν πρόκειται να ηττηθεί ποτέ; Eπειδή δεν έχει καμιά ρωγμή; Μπορεί να υποφέρει, μπορεί να είναι στασιμοχρεωκοπημένη...

– Ακριβώς, διότι είναι ένα συνονθύλευμα προνεωτερικών στοιχείων που συνυπάρχουν κουτσά στραβά με νεωτερικά και με μετανεωτερικά «αφηγήματα». Δεν έχει ραχοκοκαλιά για να τη σπάσει, είναι ασπόνδυλη. Σερνόμαστε μέσα σε έναν μετανεωτερικό χυλό, όπου υπολείμματα μιας εκφυλισμένης θυμικής και μαγικο-θρησκευτικής αντίληψης για τα πράγματα ανακατεύονται με αποτυχημένες απόπειρες εκδυτικισμού. Να συμφιλιωθεί κανείς με την ελληνική κοινωνία είναι πράγμα τόσο δύσκολο, όσο το να αποδεχθεί ο Νίτσε τον αμαξά που μαστιγώνει το άλογο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ