Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ντόναλντ Τραμπ
Οι καμπούρες της Realpolitik

Τ​​​​ο ομολογώ. Στην Αμερική είδα περισσότερα από την Αμερική», έγραφε λίγο μετά το 1831 ένας αμερικανόφιλος Αλέξης λίγο πιο παλιός και λίγο πιο υποψιασμένος από τον Τσίπρα, ο Αλέξης ντε Τοκβίλ. Στους σχεδόν δύο αιώνες που μεσολάβησαν, όποιος κοιτούσε προς τις ΗΠΑ –όπως κι αν κοιτούσε, ευλαβικά ή εχθρικά– έβλεπε περισσότερα από μια χώρα. Και ο Τσίπρας; Τι είδε στην Αμερική;

Σίγουρα όχι αυτό που βλέπουν σήμερα όσοι την αντιλαμβάνονταν σαν πνευματική τους πατρίδα. Κοιτώντας στο πρόσωπο του οικοδεσπότη του δεν είδε το τέλος του τέλους της Ιστορίας. Δεν είδε την ενσάρκωση μιας δύναμης που απειλεί να αλώσει από μέσα την Αμερική – ένα σημάδι ηθικής, θεσμικής και κοινωνικής εξάντλησης. Είδε, είπε, μια δύναμη του καλού.

Μπορεί και να είδε έναν συγγενή του αντισυστημικό, που απεχθάνεται τα media και τη Δικαιοσύνη, και μπορεί να είναι λίγο αψύς στους τρόπους, στο όνομα μιας αδιαμεσολάβητης σχέσης με τον λαό. Μπορεί κιόλας να ευφράνθηκε η αντιαμερικανική ψυχή του Τσίπρα από το θέαμα του εκλεκτού του Πούτιν, ο οποίος για να βρεθεί στον Λευκό Οίκο χρειάστηκε και τη ρωσοκίνητη καμπάνια που ένας πρώην διοικητής της CIA ονόμασε «το πολιτικό ισοδύναμο της 11ης Σεπτεμβρίου».

Μπορεί και να μην είδε τίποτε απ’ όλα αυτά, απλούστατα γιατί δεν όφειλε να τα δει. Ολα αυτά είναι περιττοί ιδεαλισμοί, για τους οποίους ο Τσίπρας δεν έχει πια χρόνο. Ο ίδιος προβάλλει πλέον τον εαυτό του ως ψυχρό εκτελεστή μιας Realpolitik. Κι ώς ένα βαθμό έχει δίκιο.

Οποιος κι αν ήταν στη θέση του θα ήταν υποχρεωμένος να έχει καλές σχέσεις με όποιον κι αν ήταν στη θέση του Τραμπ. Η κριτική ότι στις «καλές σχέσεις» υπάρχουν πάντα περιθώρια για αποχρώσεις και συμβολισμούς είναι τουλάχιστον εξεζητημένη, όταν μιλάμε για μια διπλωματία που δεν μπορεί να ξεχωρίσει την καμήλα από τον γάιδαρο.

Νίκος Φίλης
Πτήση για δύο χωρίς επιστροφή

Θ​​α έπρεπε να το είχαν ψυλλιαστεί. Θα έπρεπε οι αντιμιλιταριστές του ΣΥΡΙΖΑ να είχαν καταλάβει ότι η βόλτα του Τσίπρα με το F-16, λίγα εικοσιτετράωρα προτού πετάξει για τις ΗΠΑ, δεν ήταν απλώς άλλη μία παράσταση επηρεασμένη από την αισθητική του μικρού κυβερνητικού εταίρου. Ηταν, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, στυγνό πολιτικό μάρκετινγκ.

Ο Νίκος Φίλης διαμαρτύρεται τώρα επειδή η κοινοβουλευτική ομάδα δεν είχε την ευκαιρία να διαβουλευτεί για την προμήθεια, την οποία πληροφορήθηκε απευθείας από τα χείλη του Αμερικανού προέδρου. Η διαρκής δυσανεξία του Φίλη –και των στελεχών που εκφράζουν ίδιες αγωνίες, αν και όχι με την ίδια επιδεξιότητα– δεν αφορά, βέβαια, τη διαδικασία. Αφορά την ίδια την πολιτική ταυτότητα που έχει πλέον η κυβέρνηση – κυβέρνηση, της οποίας το εξοπλιστικό «μέρισμα» είναι μεγαλύτερο από το περιλάλητο κοινωνικό.

Θα ήταν ανθρώπινο να ερμηνεύσει κανείς την αντιπολίτευση Φίλη ως βεντέτα με τον Καμμένο. Πέρα όμως από το προσωπικό τραύμα, ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να αναπνεύσει στην ολοένα και βαθύτερη συγχώνευση με τους ΑΝΕΛ. Γι’ αυτό και προσπαθούν να τροφοδοτούν τη συζήτηση περί προσέγγισης με την Κεντροαριστερά – για να πείσουν τουλάχιστον τους εαυτούς τους ότι η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ανήκεστος.

Εχει φανεί μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η εσωκομματική πίεση. Θα εκδηλωθεί με αιχμές στη Βουλή, ίσως και με κάποιο κείμενο «υπογραφών» στην επόμενη Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ. Θα διοχετευθεί σε ελεγχόμενους ακτιβισμούς, όπως στην περίπτωση του Ελληνικού, που ο Φίλης εμφανίστηκε προστάτης των αρχαιολόγων. Θα είναι ίσως αρκετή για να δυσκολέψει, αλλά ποτέ για να αναχαιτίσει τη γραμμή του Μαξίμου. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μείνει στην τροχιά που έχει προδιαγράψει ο συνεταιρισμός του, ισορροπώντας μεταξύ μιας κυνικής πλειοψηφίας που δεν θέλει να τον αλλάξει και μιας αριστερής μειοψηφίας που δεν μπορεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ