Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Καμίνης: Λεβιάθαν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Απέναντι σε εκείνους με τους οποίους μοιάζεις η αγωνία να ξεχωρίσεις είναι μεγαλύτερη. Ο Φρόιντ το είχε ορίσει ως «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών». Ισχύει και στην πολιτική.

Οι «ξαφνικές» εχθροπραξίες μεταξύ του Γιώργου Καμίνη και του Σταύρου Θεοδωράκη –με τον δήμαρχο να καταλογίζει στον επικεφαλής του Ποταμιού «λαϊφστάιλ» ρηχότητα– μόνον ξαφνικές δεν ήταν. Ηταν βέβαιο ότι η εκλογική ανάγκη θα τους έφερνε σε σύγκρουση, ακριβώς επειδή έπρεπε να ξεχωρίσουν πολιτικά – να βρουν μέσω της σύγκρουσης ο καθένας τη δική του ταυτότητα.

Δεν χρειάζεται να αναλύσει κανείς γιατί οι ομοιότητες είναι πολύ περισσότερες από τις διαφορές τους. Απόδειξη είναι η ίδια η υποψηφιότητα του Θεοδωράκη, που πιθανότατα δεν θα είχε πάρει την απόφαση να συμμετάσχει στο εγχείρημα, αν δεν τον είχε ρυμουλκήσει η προηγούμενη υποψηφιότητα του Καμίνη. Ο δήμαρχος άνοιξε μια αναμέτρηση που στην αρχή φαινόταν σαν ανακύκλωση παλαιοπασοκικής χολής, στο κομμάτι εκείνο του Κέντρου που θα λέγαμε «liberal» – για να αποφύγουμε τον ελληνικό όρο, που είναι καλυμμένος με πολλά άλατα δυσφημιστικών συνδηλώσεων. Δηλαδή στο κομμάτι από το οποίο αμφότεροι τώρα προσδοκούν να αποσπάσουν το εισιτήριο για τον δεύτερο γύρο.

Από καμινικής πλευράς, αυτή η ανάγνωση αμφισβητείται. Μπορεί, λένε, ο δήμαρχος να έχει απήχηση στο κοινό του Ποταμιού, αλλά διεισδύει και στο κοινό του ΠΑΣΟΚ, που θεωρείται απροσπέλαστο για τον Θεοδωράκη. Την αξίωση αυτής της διείσδυσης μπορεί κανείς να τη διακρίνει και στην όψιμη πασοκική επιφοίτηση του Καμίνη.

Ο,τι κι αν φαντάζεται για τα εκλογικά του ερείσματα, ο δήμαρχος πάντως δεν είναι ο τύπος που μπορεί να του ξεφύγει παρορμητικά μια χοντράδα. Μάλλον έχει λόγο να μεταγγίσει λίγο ζεστό αίμα στη δημόσια εικόνα του – να ψεκάσει την πόζα του νηφάλιου καθηγητή με λίγο συναίσθημα.

Η εκ των υστέρων υποβαλλόμενη απολογία ότι ο Καμίνης δεν ήθελε το σχόλιό του να εκληφθεί σαν «προσωπική» αιχμή είναι εκδοχή μιας ηθικολογίας που αρθρώνουν όλοι υποψήφιοι. Μιας ηθικολογίας, ωστόσο, παράταιρης ως προς τη φύση της διαδικασίας την οποία οι ίδιοι επέλεξαν και η οποία ρίχνει όλο το βάρος στα πρόσωπα: Πρώτα ο αρχηγός και μετά, καθ’ ομοίωσίν του, το κόμμα.

Αυτή η διαδικασία νομιμοποιεί και την «προσωπική» κριτική για το προφίλ του Θεοδωράκη και τα αντίπαλα σχόλια για τις δημαρχιακές επιδόσεις του Καμίνη· νομιμοποιεί, βεβαίως, και το ερώτημα για το πώς ο δήμαρχος θα συνδυάσει το έργο του στον δήμο με τη διεύθυνση του νέου κόμματος.

Πέρα από αυτό το ψιλόβροχο, βαραίνει και τους δύο η ίδια βαριά αμφιβολία: Μπορεί κανείς να φανταστεί είτε τον δήμαρχο είτε τον Σταύρο να κρατάει υπό την ηγεσία του τον Λεβιάθαν του ΠΑΣΟΚ με όλα τα πλοκάμια των ηττημένων και γι’ αυτό θυμωμένων εγωισμών; Για τον νικητή του πολέμου των μικρών διαφορών ελλοχεύουν οι μεγάλες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ