Αν και σχετικά νωρίς το πρωί, η ένταση και ο ενθουσιασμός ήταν συναισθήματα σχεδόν απτά στο λόμπι του πελώριου υπερ-κινηματογράφου IMAX του Λονδίνου. Παραδόξως –ή και όχι– ο πιο ενθουσιασμένος και ενεργητικός από όλους έμοιαζε να είναι ένας 91χρονος άνδρας, ο οποίος δεν σταματούσε να στρέφεται διαρκώς σε κάποιον καινούργιο συνομιλητή, χειρονομώντας ζωηρά για να τονίσει τα όσα έλεγε. Εκείνη την ημέρα ήταν λες και ο Σερ Ντέιβιντ Ατένμπορο παρουσίαζε στον κόσμο το τελευταίο του... εγγόνι. 

Κι αν το καλοσκεφτεί κάποιος, περίπου έτσι είναι, μια και το «Blue Planet II», που είχαμε την ευκαιρία να δούμε στην παγκόσμια πρεμιέρα του, είναι ο πιο πρόσφατος κρίκος σε μια πολύ μακρά αλυσίδα παραγωγών γύρω από το φυσικό περιβάλλον, με τις οποίες έχει ταυτιστεί το όνομα του Σερ Ντέιβιντ (όλοι έτσι τον αποκαλούν). Και μπορεί εδώ η δική του συνδρομή να περιορίζεται κυρίως στο κομμάτι της αφήγησης που συνοδεύει την εικόνα, ωστόσο κανείς δεν αμφισβητεί πως ψυχή του όλου εγχειρήματος είναι αυτός ο ακούραστος φυσιολάτρης, που μαζί με μια χούφτα ακόμα πρωτοπόρους συστήνει εδώ και δεκαετίες στο ευρύ κοινό τα άγνωστα θαύματα που μας περιβάλλουν. 

Ανεπανάληπτη εμπειρία

Αν σήμερα δει κανείς το πρώτο «Blue Planet» σε DVD, θα δυσκολευτεί να πιστέψει ότι προβλήθηκε στην τηλεόραση πριν από 17 χρόνια· τέτοια είναι η ποιότητα της παραγωγής του ΒΒC και τόσο μοναδικά όσα βλέπουμε εκεί. Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξη, για να μην πω τη δυσπιστία μας, όταν ένας από τους βασικούς δημιουργούς της νέας σειράς μάς πληροφόρησε πως τώρα θα δούμε το... πραγματικό «Blue Planet». Είχε όμως δίκιο. 

Η σειρά ντοκιμαντέρ, που έρχεται και στην Ελλάδα την επόμενη εβδομάδα μέσω της Cosmote TV (και της συνεργασίας της με το κορυφαίο ΒBC Earth), είναι, δίχως υπερβολή, ό,τι πιο εντυπωσιακό έχει προβληθεί στην ελληνική τηλεόραση όσον αφορά το ντοκιμαντέρ. 

«Για τέσσερα χρόνια αφιερώσαμε τις ζωές μας, κάνοντας, όπως ελπίζουμε, πρωτοπόρο τηλεόραση. Για τέσσερα χρόνια σαρώσαμε τον πλανήτη αναζητώντας τις πιο ενδιαφέρουσες θαλάσσιες ιστορίες, τις οποίες καταγράψαμε χάρη στους καλύτερους υποβρύχιους κινηματογραφιστές στον κόσμο. Και βέβαια υπάρχουν οι επιστήμονες: δώδεκα πρωτότυπες επιστημονικές μελέτες γράφτηκαν μόνο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, έγιναν νέες ανακαλύψεις, οι οποίες πλουτίζουν κι άλλο τις γνώσεις μας για τον θαλάσσιο κόσμο», λέει ο παραγωγός Μαρκ Μπράουνλο. 

Δίπλα του, η επίσης παραγωγός Όρλα Ντόχερτι μιλάει με ζέση για το δικό της κομμάτι που αφορά στα μεγάλα βάθη: «Όταν κατέβεις πια στα 1.000 μέτρα από την επιφάνεια, βρίσκεις ολόκληρους άγνωστους κόσμους. Και χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας, μπορούμε πλέον να μένουμε 5-6 ώρες σε τέτοιο βάθος, χωρίς το σκάφος μας να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, χωρίς καν να δημιουργεί μπουρμπουλήθρες, και να παρατηρούμε π.χ. ένα ψάρι (σ.σ.: Τusk Fish) που χρησιμοποιεί “εργαλεία” για να βρει την τροφή του ή ένα συγκινητικό love story ανάμεσα σε δύο γαρίδες που βρίσκονται παγιδευμένες, αλλά ευτυχείς, μέσα σε ένα πελώριο σφουγγάρι. Είναι λίγο σαν να βλέπεις το “Ψάχνοντας τον Νέμο” στην πραγματική ζωή».

Τελικά η θέαση του πρώτου επεισοδίου στην τεράστια οθόνη του IMAX αποδεικνύεται μοναδική εμπειρία. Από τους τίτλους της αρχής, ντυμένους μουσικά από μια συνεργασία του σπουδαίου Χανς Ζίμερ (επενδύει ολόκληρη τη σειρά) με τους Radiohead, μέχρι το εντυπωσιακό φινάλε, ο θαλάσσιος κόσμος σε καταλαμβάνει. Η διαφορά με το πρώτο «Blue Planet» δεν είναι τόσο οι ανακαλύψεις ή οι ιστορίες, αλλά το πόσο κοντά έχουν έρθει τα πάντα εδώ. Ειδικές κάμερες τοποθετημένες στη ράχη μιας όρκας μάς επιτρέπουν να «κυνηγήσουμε» μαζί της στα φιορδ της Νορβηγίας, ενώ ριψοκίνδυνοι κινηματογραφιστές φτάνουν δίπλα στα δελφίνια που σερφάρουν παίζοντας με τα τεράστια κύματα στις ακτές της Νότιας Αφρικής. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ