ΕΛΛΑΔΑ

«Γεια σου, τσολιά μου» – η made in Greece λεβεντιά ανά τους αιώνες

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ανάμεσα σε αφίσες και μουντζούρες, ξεχωρίζει ο εύζωνας της οδού Μπενάκη, σε μια εσοχή πολυκατοικίας. Δεξιά πάνω, ο Γιάννης Μπουτάρης ως τσολιάς και, κάτω, ο Γιώργος Μαζωνάκης σε... βραδινή εμφάνιση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι καιρός που στέκει όρθιος σε μια εσοχή πολυκατοικίας, στο κέντρο των Εξαρχείων. Ανάμεσα σε σχισμένες αφίσες και μουντζούρες, ξεχωρίζει ο εύζωνος της οδού Μπενάκη, μια καλοσχεδιασμένη ζωγραφική μορφή στον τοίχο. Διασώζεται ακόμη, όμως με μουντζουρωμένο πρόσωπο σε αυτή την ταραγμένη γειτονιά. Οπως o περήφανος τσολιάς της Κολωνίας που έφτιαξαν το 2016 ο Μ. Αναστασάκος και ο Β. Γρυπάρης, στο Ερεενφελντ, αλλά, από μια παρεξήγηση, «πάτησαν» πάνω του άλλοι καλλιτέχνες καλύπτοντας ένα μέρος του.

Στο Μουσείο Παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη, που εγκαινιάστηκε πρόσφατα στο Παλαιό Φάληρο, ανάμεσα στις κούκλες με παραδοσιακές φορεσιές, ξεχωρίζει μια κατασκευή της Λιλής Θεοδωρίδου (Αθήνα 1945-1950) για την αμερικανική οργάνωση Νear East Foundation. Ενα τσολιαδάκι με σηκωμένη τη φουστανέλα δείχνει την καταγωγή του: made in Greece. Τα έφτιαχναν στη χώρα μας και η οργάνωση τα πουλούσε στο εξωτερικό υπέρ της ενίσχυσης της Ελλάδας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο βιρτουόζος τρομπέτας Ντίζι Γκιλέσπι, που είχε έρθει για συναυλίες στο «Ρεξ», φωτογραφήθηκε ντυμένος τσολιάς, φορώντας σκούρα γυαλιά. Το 1957 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Dizzy in Greece» από τη Verve, με εξώφυλλο τη φωτογραφία του στην Ακρόπολη. Την ίδια εποχή, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ενθουσίαζε με το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη σε στίχους Νίκου Λούπα «Μια κούκλα μες στη γειτονιά τσολιά τηνε φωνάζουν/ γεια σου τσολιά μου, γεια σου τσολιά μου/ και στο σεργιάνι σαν θα βγει τα κάλλη της θαυμάζουν». Οι καιροί ήθελαν τη γυναίκα λεβέντισσα, καμαρωτή.

Η Σοφία Βέμπο, βέβαια, τραγούδησε για τον Ελληνα τσολιά όσο λίγοι («Με τους τσολιάδες ποιος μου είπε να τα βάνω»), εξυψώνοντας το ηθικό των πολεμιστών στο μέτωπο. Η απήχηση που είχε στις επιθεωρήσεις της εποχής ήταν τεράστια και γι’ αυτό στην Κατοχή τής απαγόρευσαν κάθε δραστηριότητα. Ομως, κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες, οι παραπάνω στίχοι του Γιώργου Θίσβιου σε μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη όλο και σε κάποιο αφιέρωμα επιστρέφουν, όπως άλλωστε και οι γελοιογραφίες του Φωκίωνα Δημητριάδη και άλλων γελοιογράφων, στις οποίες πρωταγωνιστεί ο περήφανος τσολιάς που κλωτσάει τον Μουσολίνι. «Ο τσολιάς εμφανίστηκε δυναμικά στο Επος του 1940, όπου οι εύζωνοι στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας έγραψαν ιστορικές σελίδες», σημειώνει η Αννα Κουτσελίνη (Λύκειο Ελληνίδων Βόλου), εξηγώντας πως η φουστανέλα, αντίθετα απ’ ό,τι την παρουσιάζουν οι νεοέλληνες, ήταν συνήθως παμβρώμικη και λιγδιασμένη με χοιρινό λίπος για να είναι αδιάβροχη. «Τα παλικάρια που τις φορούσαν σκούπιζαν τα χέρια τους πάνω τους και καθάριζαν τα μαχαίρια στις δίπλες της. “Φουστανέλα κατάμαυρος” ήταν χαρακτηρισμός της, που βρίσκεται συχνά σε κείμενα της εποχής». 

Την παραδοσιακή ελληνική ενδυμασία φόρεσε και ο βασιλιάς Οθων. Ζήτησε μάλιστα να ταφεί με την παραδοσιακή ενδυμασία της Ελλάδας. Νωρίτερα, την είχε φορέσει ο λόρδος Μπάιρον. Ενώ και ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ την υιοθέτησε ως καθημερινό του ένδυμα. Με φουστανέλα έτρεξε ο Σπύρος Λούης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936.

Από τους Κλέφτες

Η φουστανέλα βέβαια ήταν γνώρισμα των Κλεφτών ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια, κι έπειτα των επαναστατημένων. Ετσι, αποτέλεσε τη βάση για τον σχεδιασμό της στολής των ευζώνων, που αποκρυσταλλώθηκε τον Ιούλιο του 1842, όπως αναφέρει η Ιωάννα Παπαντωνίου στην έκδοση «Η ελληνική ενδυμασία από την αρχαιότητα ώς τις αρχές του 20ού αι.», καθώς και ο Δ. Φωτόπουλος στο «Το ένδυμα στην Αθήνα στο γύρισμα του 19ου αι.».

«Οταν μπήκε η φουστανέλα στο παλάτι, επικράτησε μια ενδυματολογική βαβυλωνία», γράφει ο αιρετικός λαογράφος, συγγραφέας και μελετητής του λαϊκού πολιτισμού Ηλίας Πετρόπουλος. «Οι αξιωματικοί συχνά αυτοσχεδίαζαν. Οι καπεταναίοι έμπαιναν στην αίθουσα του θρόνου (ή του χορού) με τις φουστανέλες τους. Τότε άρχισε ο μέγας τραγέλαφος που κρατάει ώς τα σήμερα. Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο εμπνευστής της ερμαφρόδιτης στολής που φοράνε οι αξιωματικοί της ευζωνικής φρουράς. Τα πρώτα ίχνη της τα συναντάμε στην Αυλή του Οθωνα, όπου ορισμένοι φουστανελοφόροι καπετάνιοι αλλάζουν τη χρυσοκέντητη φέρμελη με ένα πομπώδες ευρωπαϊκό στρατιωτικό χιτώνιο».

Σύμφωνα με τη λαογράφο και ενδυματολόγο Ιωάννα Παπαντωνίου, το όνομά της το πήρε από «ένα ύφασμα το οποίο στις ημέρες μας στην Ιταλία ονομάζεται “Fustagno”, δηλαδή βαμβακερό ύφασμα –απ’ όπου το Fustana, με υποκοριστικό το Fustanella– που στην ουσία προέρχεται από μια πόλη της Αιγύπτου, το Φουστάτ, που είναι προάστιο του Καΐρου».

Τη φορεσιά, που αποτελείται από πολύπτυχη κοντή λευκή φούστα, τη συναντάμε στους Βλάχους και τους Αλβανούς, ιδίως τους Τόσκηδες. Αλλοι μελετητές υπογραμμίζουν ότι απεικονίζεται σε θραύσματα αγγείων από τον 12ο αι. Ο Γιάννης Τσαρούχης θεωρούσε ότι η καταγωγή της προέρχεται από την Ινδία.

Μαζωνάκης και Γκοτιέ

Οπως και να ’ναι, η φουστανέλα αντιπροσωπεύει πάντα τον ένδοξο τσολιά, συμβολίζει τη λεβεντιά και την ανδρεία. Και ας τη φόρεσε, τη δεκαετία του ’80, με τον δικό του σατιρικό τρόπο ο Τζίμης Πανούσης. Και ας την έκανε, το 2012, ο Γιώργος Μαζωνάκης μέρος του σκηνικού στην πίστα που εμφανιζόταν. Ο Ζαν-Πολ Γκοτιέ τη φόρεσε σε συνδυασμό με σακάκι στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, την ίδια χρονιά οι διοργανωτές του Athens Pride 2010 έκαναν τον τσολιά αφίσα, ενώ πριν από δύο χρόνια ο Γιάννης Μπουτάρης, εκνευρισμένος με τους συριζαίους που εμφανίζονται χωρίς γραβάτα, δήλωσε: «Αυτοί χωρίς γραβάτα, εγώ με φουστανέλα».

Την ίδια χρονιά, δύο ευζωνικές στολές της Προεδρικής Φρουράς, η μία αξιωματικού που χρονολογείται στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και η άλλη αντιπροσωπεύει τον επίσημο τύπο του εύζωνα οπλίτη και χρονολογείται στις αρχές της δεκαετίας του ’60, χαρακτηρίστηκαν μνημεία από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ