ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Mark Tanzer: CEO της Ένωσης Ταξιδιωτικών Πρακτόρων του Ηνωμένου Βασιλείου

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«H τουριστική αγορά είναι σκληρή και άκρως ανταγωνιστική, όμως η Ελλάδα έχει ένα ατού στα χέρια της, τους ανθρώπους της: είστε ένας λαός φιλόξενος και εύκολα προσεγγίσιμος σε επίπεδο κοινωνικής συναναστροφής. Αυτή ακριβώς η φήμη σας είναι ένα εργαλείο στο οποίο δεν πρέπει να σταματήσετε να επενδύετε». Όταν ακούς αυτές τις κουβέντες να βγαίνουν από το στόμα ενός από τους ανθρώπους που γνωρίζουν τους όρους και τους κανόνες της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας σαν την παλάμη του χεριού τους, έχεις έναν λόγο παραπάνω να τις λάβεις υπόψη σου.

Εξάλλου, ο Mark Tanzer είναι ένας άκρως ενδιαφέρων συνομιλητής – και όχι μόνο λόγω της θέσης του ως διευθύνων σύμβουλος της ABTA, της Ένωσης Ταξιδιωτικών Πρακτόρων του Ηνωμένου Βασιλείου, τα μέλη της οποίας διαχειρίζονται το 90% των πακέτων διακοπών που πωλούνται στη Μεγάλη Βρετανία, συνολικής αξίας 37 δισ. λιρών. Τον συναντήσαμε στο Ναύπλιο, όπου βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες ως προσκεκλημένος του πρώτου Ελληνοβρετανικού Συμποσίου, που διοργάνωσαν η βρετανική πρεσβεία, το Βρετανικό Συμβούλιο και το Οικονομικό Φόρουμ Δελφών. Μας μίλησε για το βρετανικό κοινό που ταξιδεύει στην Ελλάδα για λόγους αναψυχής, τις προετοιμασίες της τουριστικής βιομηχανίας της χώρας του για το Brexit, αλλά και για τους τρόπους με τους οποίους η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη δυναμική της στην παγκόσμια τουριστική αγορά.

Ποιο είναι το προφίλ των Βρετανών που επιλέγουν την Ελλάδα για τις διακοπές τους;

Δεν υπάρχει ένα ενιαίο προφίλ. Πρόκειται για διαφορετικούς ανθρώπους, προερχόμενους από διαφορετικά περιβάλλοντα – άλλο κοινό πηγαίνει στην Αθήνα για city break, άλλο στα νησιά για ήλιο και θάλασσα. Και αυτό ακριβώς είναι και ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας: ότι μπορεί να εξυπηρετήσει μεγάλη γκάμα επισκεπτών – τη νεολαία που αποζητά τη διασκέδαση, τους μεγαλύτερους σε ηλικία που ενδιαφέρονται για την ιστορία και τον πολιτισμό και ούτω καθεξής. Υπάρχει όμως ένας κοινός παρονομαστής για όλους τους Βρετανούς που επιλέγουν την Ελλάδα για τις διακοπές τους: η φιλοξενία που απολαμβάνουν μαζί με την αίσθηση ότι εδώ τους περιποιούνται προσωπικά. Και αυτός είναι και ο λόγος που επιστρέφουν.

Πώς απαντάτε στο στερεότυπο που θέλει τους Βρετανούς που έρχονται στην Ελλάδα να αναζητούν κυρίως την έντονη νυχτερινή ζωή και συχνά ακόμα και να παρεκτρέπονται;

Έχω πλήρη επίγνωση των προβλημάτων που κατά καιρούς προκύπτουν όχι μόνο στην Ελλάδα,  αλλά και στην Ισπανία και σε άλλες χώρες, όπου η νεολαία μας βγαίνει εκτός ελέγχου. Πρόκειται όμως για μειοψηφία και οι γενικεύσεις δεν βοηθούν. Δεν συμπεριφέρονται και οι 2,5 εκατ. Βρετανοί που κάνουν διακοπές στην Ελλάδα με αυτόν τον τρόπο – κι εγώ έρχομαι στη χώρα σας κάθε χρόνο, αλλά δεν έχω εμφανίσει ποτέ αντικοινωνική συμπεριφορά, σας διαβεβαιώ! Το θέμα είναι πως, όταν ο επισκέπτης ενός τόπου δεν συμπεριφέρεται με σεβασμό, η σχέση ανάμεσα στον οικοδεσπότη και τον φιλοξενούμενο διαταράσσεται. Θεωρώ χρέος μας να εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους σχετικά με τη σημασία αυτής της σχέσης και το πώς μπορεί να είναι ουσιαστική. Πρέπει όμως να συνεργαστούμε πιο στενά και με τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να υπάρχει η σωστή επιτήρηση και η κατάσταση να παραμένει υπό έλεγχο.

Πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να προσελκύσει Βρετανούς τουρίστες με μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και ενδιαφέρον προς τον λεγόμενο ποιοτικό τουρισμό;

Με το να εστιάσετε στον πλούτο της ιστορίας σας και να τον κάνετε θελκτικό και προσβάσιμο στο ευρύ κοινό. Αν μου επιτρέπετε, όμως, μην υποτιμάτε το νεανικό κοινό των νησιών. Το ελληνικό τουριστικό προϊόν δεν θα μπορούσε να επιβιώσει μόνο με την ταξιδιωτική ελίτ, γιατί αυτή είναι περιορισμένη πληθυσμιακά και πολύ ανταγωνιστική ως αγορά. Καλό είναι να την έχετε, αλλά οι 2,5 εκατ. Βρετανοί που έρχονται στην Ελλάδα ξανά και ξανά είναι εξίσου σημαντικοί και, για να τους αντικαταστήσετε με άλλους, θα πρέπει να δουλέψετε πολύ σκληρά. Προσέξτε κάθε «πελάτη» σας ξεχωριστά και σταθείτε στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά. Αυτό θα πει καλή στρατηγική.  

Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η Ελλάδα να εξαργυρώσει τη δημοφιλία της ως προορισμός, ώστε να επιτύχει αύξηση της μέσης δαπάνης ανά τουρίστα;

Η υπερπροσφορά στις πτήσεις μικρών αποστάσεων κρατάει σε χαμηλά επίπεδα τις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων, γεγονός που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. Στην περίπτωση της Βρετανίας όμως, επειδή η λίρα έχει χάσει το 25% της αξίας που είχε προ διετίας, οι Βρετανοί εξ ορισμού ξοδεύουν λιγότερο. Κάνουν διακοπές, αλλά με σφιχτό προϋπολογισμό. Συχνά οι χώρες εστιάζουν στον αριθμό των διεθνών αφίξεων χωρίς να εξετάζουν με ποιον τρόπο και αν πράγματι ενισχύουν την τοπική οικονομία. Όσο καλύτερη είναι η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών, τόσο περισσότερα χρήματα θέλει να ξοδέψει κανείς. Φροντίστε να έχετε καλά ξενοδοχεία και, επειδή τα all-inclusive σας είναι περιορισμένα, άρα οι επισκέπτες τροφοδοτούν την τοπική οικονομία, διασφαλίστε αντίστοιχα ότι κάθε επιχείρηση που ανήκει στην τουριστική αλυσίδα (εστιατόρια, μπαρ, κ.λπ.) προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες.    

Mέσα σε λίγους μήνες έκλεισαν δύο low cost αεροπορικές εταιρείες –η Monarch και η Air Berlin–, ενώ την επικαιρότητα απασχόλησαν έντονα και οι καθυστερήσεις και οι ακυρώσεις πτήσεων της Ryanair. Έχει τίμημα η «επανάσταση» του χαμηλού κόστους;

Οι low cost αεροπορικές εταιρείες έκαναν προσιτό το αεροπορικό ταξίδι σε ανθρώπους για τους οποίους μέχρι πρότινος ήταν απαγορευτικό για οικονομικούς λόγους και «άνοιξαν» στην αγορά προορισμούς που υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσαν να συντηρήσουν δρομολόγια. Για να γίνουν ανταγωνιστικές, έριξαν τις τιμές, συνεπώς δεν έχουν μεγάλη κερδοφορία. Όταν είσαι μια μικρή αεροπορική εταιρεία όπως η Monarch, η οποία μετέφερε 6 εκατ. επιβάτες τον χρόνο, δεν έχεις τα πλεονεκτήματα της μεγάλης κλίμακας που απολαμβάνει για παράδειγμα η Εasyjet των 80 εκατ. επιβατών. Επίσης η Monarch δραστηριοποιούνταν ιδιαίτερα στη βορειοαφρικανική αγορά, η οποία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα τα τελευταία χρόνια λόγω τρομοκρατίας. Το μοντέλο χαμηλού κόστους έχει έρθει για να μείνει, γιατί εξυπηρετεί μια ανάγκη. Και δεν έχει τίμημα, αν οι άνθρωποι του τουρισμού το διαχειρίζονται σωστά.

Πώς μπορούν να το κάνουν;

Με το να θέτουν όρια. Δεν μπορείς να φορτώνεις με εκατομμύρια τουρίστες ένα μέρος που δεν μπορεί να τους σηκώσει. Θυμηθείτε τις διαμαρτυρίες στη Βαρκελώνη τον περασμένο Αύγουστο. Κάθε προορισμός έχει συγκεκριμένες υποδομές και οι επαγγελματίες του τουρισμού πρέπει να τις λαμβάνουν υπόψη. Η βιωσιμότητα είναι ξεκάθαρο ζητούμενο.

Με ποιους τρόπους προετοιμάζεται η βρετανική τουριστική βιομηχανία για να διαχειριστεί το Brexit;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα ότι οι συμπατριώτες μου θα ψήφιζαν υπέρ του Brexit, αλλά, όπως και να ’χει, αυτό έγινε. Βρισκόμαστε σε συνεχή επικοινωνία τόσο με τη δική μας κυβέρνηση στο Λονδίνο όσο και με τις Βρυξέλλες, αλλά και με τις κυβερνήσεις κρατών-μελών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι το Brexit δεν θα διαταράξει τις τουριστικές συναλλαγές, γιατί λειτουργούν επωφελώς και για τις δύο πλευρές. Εμείς στέλνουμε τον κόσμο διακοπές, εσείς θέλετε να συνεχίσουμε να το κάνουμε. Υπάρχουν πολλά τεχνικά θέματα που πρέπει να μπουν σε σειρά, όπως για παράδειγμα η επόμενη μέρα στις αερομεταφορές. Παράλληλα, ποσοτικοποιούμε την αξία του βρετανικού τουρισμού σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, ώστε όταν οι Έλληνες και οι Ισπανοί εκπρόσωποι των εθνικών κυβερνήσεων πάνε στις Βρυξέλλες, να είναι σε θέση να εξηγήσουν τη σημασία της μη διατάραξης των ισορροπιών, γιατί αυτό δεν συμφέρει κανέναν. Όποιες και αν είναι οι πολιτικές απόψεις του καθενός σε σχέση με το Brexit, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε σε ό,τι αφορά τον τουρισμό είναι να διατηρήσουμε ό,τι έχουμε κατακτήσει μέχρι σήμερα.

Η TUI ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες την προσθήκη 10 νέων ξενοδοχειακών μονάδων στο ξενοδοχειακό της χαρτοφυλάκιο στην Ελλάδα. Aρκούν αυτού του είδους οι επενδύσεις για την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος της;

Οι επενδύσεις αυτές δείχνουν, αν μη τι άλλο, ότι η TUI πιστεύει στην Ελλάδα ως προορισμό. Ωστόσο, η γοητεία που ασκεί η χώρα σας στον τουρίστα δεν προέρχεται από τα καταλύματά της. Σίγουρα η ποιότητα των υπηρεσιών διαμονής που προσφέρετε πρέπει να είναι υψηλή, αλλά το προσωπικό στοιχείο στη φιλοξενία είναι που κάνει την Ελλάδα ελκυστική στον επισκέπτη. Χρειάζεται μια ισορροπία: ναι στις επενδύσεις, αλλά και στη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Με ποιους τρόπους θα καταφέρει η Ελλάδα να «κρατήσει» τους Βρετανούς που προσείλκυσε την τελευταία διετία λόγω της κρίσης στη Βόρεια Αφρική, η οποία «ανοίγει» ξανά ως προορισμός;

Οι κυρίαρχες αγορές που επωφελήθηκαν αρχικά ήταν η ισπανική και η πορτογαλική, γιατί τον καιρό των τρομοκρατικών χτυπημάτων στη Βόρεια Αφρική, τη διεθνή επικαιρότητα μονοπωλούσε επίσης και η αθρόα άφιξη προσφύγων στα ελληνικά νησιά. Όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν πως οι προσφυγικοί καταυλισμοί δεν βρίσκονται σε σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος, στράφηκαν και στην Ελλάδα. Το πιο ενδιαφέρον όμως δίδαγμα των τελευταίων ετών είναι η ασύλληπτη ταχύτητα με την οποία αλλάζουν οι τουριστικές ροές. Αν τη στιγμή που ο άλλος ψάχνει στο ίντερνετ να κλείσει τις διακοπές του, στη χώρα σου σημειώνονται ταραχές ή υπάρχει κάποιου είδους κρίση, το να αποφασίσει τελικά να πάει αλλού είναι ζήτημα 30 δευτερολέπτων. Και αν τον χάσεις, τον έχασες, όσα καθησυχαστικά δελτία Τύπου και αν εκδώσουν οι τοπικές τουριστικές αρχές έναν μήνα μετά. Τι μπορεί λοιπόν να κάνει η Ελλάδα; Να προσφέρει καλές εμπειρίες διακοπών. Είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις τους ανθρώπους να επιστρέψουν σε ένα μέρος στο οποίο πέρασαν καλά παρά να προσελκύσεις καινούργιους επισκέπτες.

Πού θα ταξιδέψουν οι Βρετανοί το 2018;

Με το δεδομένο ότι η Βόρεια Αφρική δεν έχει ανακάμψει πλήρως ως αγορά, θα επωφεληθούν σίγουρα η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα. Μέσα στα τελευταία 3-4 χρόνια οι Βρετανοί τουρίστες στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 1,8 εκατ. σε 2,5 εκατ. και οι ανοδικές τάσεις θα συνεχιστούν και την επόμενη χρονιά. Δεν αναμένουμε θεαματικές αλλαγές λοιπόν, εκτός και αν η λίρα αποδυναμωθεί περαιτέρω λόγω της αβεβαιότητας εν όψει του Brexit, οπότε τα εισοδήματα των Βρετανών συρρικνωθούν δραματικά. Σταθερός προορισμός παραμένουν οι ΗΠΑ, ειδικά για τουρισμό περιπέτειας στις βόρειες πολιτείες, ενώ από τους πλέον ανερχόμενους είναι το Άμπου Ντάμπι, που επενδύει στην εμπειρία «ήλιος-θάλασσα» με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Γιατί κάνετε διακοπές στην Ελλάδα;  

Για τη ζεστή υποδοχή που μου επιφυλάσσουν οι άνθρωποι εδώ, τη φιλοξενία και το γνήσιο χαμόγελό τους, που το διατηρούν ακόμα και στο τέλος της σεζόν, όταν πια είναι πολύ κουρασμένοι. Η πρώτη φορά που επισκέφτηκα τη χώρα σας ήταν το 2005 – είχα ταξιδέψει στην Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους. Από τότε έρχομαι για διακοπές δύο φορές τον χρόνο, στις αρχές και στο τέλος του καλοκαιριού – Μάιο και Σεπτέμβριο. Μπορεί να μην την έχω γυρίσει ακόμα όλη, όμως υπάρχουν μέρη που τα ξεχωρίζω και τα αγαπώ πολύ: η Κεφαλονιά, η Λευκάδα και η Πελοπόννησος.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ