ΕΛΛΑΔΑ

Στο μικροσκόπιο τα ύδατα του Ασωπού

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Οι επιστήμονες θα συλλέξουν δείγματα από τρεις πηγές: ύδατα και ιζήματα από τη λεκάνη του ποταμού, τον υπόγειο υδροφορέα και νερό από πηγές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ισως η πιο εκτενής μελέτη για τη ρύπανση του νερού που έχει πραγματοποιηθεί στη χώρα μας θα ξεκινήσει στη Βόρεια Αττική. Στο επίκεντρο θα βρεθεί το αττικό κομμάτι της λεκάνης του Ασωπού, με τους ελέγχους να εστιάζονται όχι μόνο στην παρουσία του εξασθενούς χρωμίου και των βιομηχανικών ρύπων, αλλά και σε ρύπους που προέρχονται... από τις καθημερινές μας συνήθειες και τα προϊόντα που χρησιμοποιούμε.

Η επιστημονική ομάδα του Εργαστηρίου Αναλυτικής Χημείας του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε τα προηγούμενα χρόνια ασχοληθεί με τα προβλήματα του Ασωπού, πραγματοποιώντας δειγματοληψίες σε γεωτρήσεις για λογαριασμό της ομοσπονδίας των συλλόγων του Ωρωπού. «Αναπτύξαμε μια μεθοδολογία για τον προσδιορισμό ακόμη και πολύ χαμηλών συγκεντρώσεων εξασθενούς χρωμίου και από το 2006 αποτυπώσαμε σε μια μεγάλη έκταση τα επίπεδά του στις γεωτρήσεις και στις πηγές», εξηγεί στην «Κ» ο επικεφαλής του Εργαστηρίου, αναπληρωτής καθηγητής Νίκος Θωμαΐδης.

Η συνεργασία ήταν επιτυχημένη και έτσι η Περιφέρεια Αττικής ζήτησε από το εργαστήριο να αναλάβει ένα μεγαλύτερο και αρκετά φιλόδοξο σχέδιο στην περιοχή: να φέρει εις πέρας ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρακολούθησης της ποιότητας των υδάτων στη λεκάνη του Ασωπού. Η επιστημονική ομάδα θα συλλέξει δείγματα από τρεις διαφορετικές πηγές: ύδατα και ιζήματα από τη λεκάνη του ποταμού (από τα σύνορα με τον νομό Βοιωτίας έως τις εκβολές του), τον υπόγειο υδροφορέα και το πόσιμο νερό από τις πηγές της Μαυροσουβάλας.

Ταυτοποίηση νέων ουσιών

Μόνον που η έρευνα θα προχωρήσει ένα βήμα περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. «Θα προχωρήσουμε σε ταυτοποίηση νέων ουσιών, εφαρμόζοντας πρωτοποριακές τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και το εξωτερικό», λέει ο κ. Θωμαΐδης. «Θα παρακολουθήσουμε από τους συμβατικούς ρύπους και τους ρύπους προτεραιότητας (σ.σ. όπως ορίζονται από κοινοτικές οδηγίες) έως και τους λεγόμενους “αναδυόμενους ρύπους”. Πρόκειται για χημικά που χρησιμοποιούνται τόσο στην καθημερινή πρακτική όσο και στη βιομηχανία, αλλά δεν συμπεριλαμβάνονται στα προγράμματα παρακολούθησης της ποιότητας των υδάτων. Για παράδειγμα, τα φάρμακα που χρησιμοποιούμε και τα χημικά καθημερινής χρήσης (συντηρητικά, απορρυπαντικά)».

Στόχος του προγράμματος δεν είναι μόνο να δημιουργηθεί ένας «χάρτης» για τη ρύπανση στην περιοχή. «Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ζητήσει την παρακολούθηση των αναδυόμενων ρύπων, με στόχο να ερευνηθεί η τοξικότητά τους στο περιβάλλον και στον άνθρωπο. Σε άλλες χώρες υπάρχουν πολλά δεδομένα από την παρακολούθηση υδάτων, στη χώρα μας όμως υπάρχει ένα κενό. Παράλληλα, θα ενημερώσουμε τόσο τις Αρχές όσο και τον κόσμο της περιοχής για τα αποτελέσματα. Καταδεικνύοντας τη χωρική και εποχική κατανομή των ρύπων, τις πιθανές πηγές επιμόλυνσης του υδροφορέα και τις πιθανές οικοτοξικολογικές επιδράσεις των ανιχνευθέντων ρύπων θα μπορέσουμε να συμβάλουμε στη λήψη μέτρων προστασίας, αν χρειαστεί». Το πρόγραμμα έχει κόστος περίπου 350.000 ευρώ, θα διαρκέσει 3 χρόνια, ενώ τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται μετά ένα εξάμηνο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ