ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η κληρονομιά του «ντοτόρε» Μαραμότι

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Ζωντανή μνήμη. Η Λάουρα Λουζουάρντι στην ανακαινισμένη μπουτίκ της Max Mara στη Θεσσαλονίκη. Η Λουζουάρντι, η οποία εντάχθηκε στο δυναμικό του οίκου το 1964, ασχολείται με θέματα παραγωγής και εναρμόνισης των διαφορετικών brands του ομίλου, μεταξύ των οποίων τα Sportmax, Pennyblack, Marella και Marina Rinaldi.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Ανάμεσα σε μια σειρά ελκυστικών παλτών, μεταξύ των οποίων το εμβληματικό «101801» αλλά και δύο μοντέλα σχεδιασμένα ειδικά για τη βραδιά, η Λάουρα Λουζουάρντι προσφέρει στυλιστικές συμβουλές. Στο πρόσφατα «αναζωογονημένο» κατάστημα της Max Mara, ο οίκος γιορτάζει τα πρώτα 30 χρόνια του στην πόλη και η παρουσία της Λουζουάρντι στα εγκαίνια μοιάζει «οικογενειακή».

«Είμαι η ζωντανή μνήμη της Max Mara», λέει η ίδια στην «Κ». Η ιστορία συμφωνεί. Η Λουζουάρντι εντάχθηκε στο δυναμικό του οίκου το 1964, ενώ από το 1978 οι αρμοδιότητές της ως fashion coordinator του Max Mara Fashion Group περιλαμβάνουν έρευνα στον τομέα της παραγωγής αλλά και την εναρμόνιση των διαφορετικών brands του ομίλου, μεταξύ των οποίων τα Sportmax, Pennyblack, Marella και Marina Rinaldi. Κομμάτι της ιστορίας αποτελεί και η σταθερή συνεργασία του ιταλικού ομίλου με την οικογένεια Τσαβδάρογλου και το DiL Fashion Group που τον εκπροσωπεί ανά την Ελλάδα εδώ και τρεις δεκαετίες. 

Στη διεθνή αρένα της βιομηχανίας, η Max Mara είναι η ήσυχη δύναμη του ιταλικού στυλ, ένας οίκος που καινοτομεί χωρίς ανατροπές και εξελίσσει την έννοια της άνετης κομψότητας. «Ο τρόπος ντυσίματος των γυναικών τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αισθητά. Θέλουν όμορφα ρούχα, αλλά η διάθεσή τους είναι πολύ διαφορετική. Σήμερα φοράς αθλητικά μ’ ένα ωραίο παλτό», παρατηρεί η Λουζουάρντι. «Εμείς συνεχίζουμε αυτό που ονομάζουμε “utility deluxe”, έναν καθημερινό τρόπο ντυσίματος. Από τη γέννηση του οίκου, αυτό ήταν το σκεπτικό. Σήμερα κάνουμε και βραδινές κολεξιόν γιατί θέλουμε να ντύνουμε την πελάτισσά μας για κάθε περίσταση, αλλά στην πραγματικότητα η Max Mara έχει να κάνει με το καθημερινό, χαλαρό, εύκολο, αλλά εξαιρετικής ποιότητας, ρούχο». 

Αν ο οίκος αποπνέει μια αίσθηση ενδυματολογικής ασφάλειας, αυτό συνδέεται και με το απόλυτα οικογενειακό πνεύμα που χαρακτηρίζει την εταιρεία από το 1951, χρονιά της ίδρυσής της από τον «ντοτόρε» Ακίλε Μαραμότι στο Ρέτζιο Εμίλια της Εμίλια-Ρομάνια. Το γκρουπ, το οποίο σήμερα διοικεί ο γιος του Ακίλε, Λουίτζι Μαραμότι, είχε το 2016 τζίρο 1,4 δισ. και παρουσία σε 2.378 σημεία πώλησης σε πάνω από 100 χώρες.   

Η ιστορία

«Οταν περιγράφω, και ειδικά στους νέους, την ιστορία της Max Mara, είναι σαν να περιγράφω την ιστορία της ιταλικής μόδας, αλλά και τις μεγάλες αλλαγές στον τρόπο ζωής των γυναικών τα τελευταία 60 χρόνια. Τους εξηγώ ότι η μεσαία τάξη της δεκαετίας του ’60 διαφέρει πολύ από την τωρινή. Ο “ντοτόρε” διάλεξε να ντύσει την αστή, τη σύζυγο του γιατρού και του δικηγόρου. Σήμερα η Max Mara ντύνει την ίδια τη γιατρό, τη δικηγόρο – την ανεξάρτητη εργαζόμενη γυναίκα». 

Η ιστορία της εταιρείας χαρακτηρίζεται και από το μεταπολεμικό όραμα του Μαραμότι για ένα επιχειρηματικό και δημιουργικό παζλ με βάση μια βιομηχανοποιημένη παραγωγή βασισμένη στην αμερικανική εκδοχή της, την επιθυμία για μόδα, η οποία τη δεκαετία του ’50 βασιζόταν στις προτάσεις των Γάλλων couturiers αλλά και στο ιταλικό know-how – τα υφάσματα και τα «χέρια». Τη διαδρομή και εξέλιξη του οίκου «φωτογραφίζει» το αρχείο και η βιβλιοθήκη της εταιρείας –και τα δύο υπό τη διεύθυνση της Λουζουάρντι– που περιλαμβάνουν 20.000 «τεμάχια» της Max Mara, τα οποία μαζί με ακόμα 8.000 ιστορικά κομμάτια σκιαγραφούν την ιστορία του κλάδου τον 20ό αιώνα. 

«Το αρχείο και η βιβλιοθήκη μας είναι κάτι ξεχωριστό για μια ιδιωτική εταιρεία. Τέτοιου είδους υλικό βρίσκεις συνήθως σε μουσεία», σημειώνει η Λουζουάρντι. «Η κληρονομιά είναι οι αξίες του οίκου και το αρχείο σε βοηθάει να τις μεταφέρεις στη νέα γενιά. Προσωπικά, έχω την ενέργεια να πηγαίνω μπροστά γιατί γνωρίζω τι έχει ήδη γίνει. Και στη μόδα έχουν γίνει πλέον όλα. Το θέμα τώρα είναι το πώς συνδυάζεις τα πράγματα, είναι περισσότερο θέμα στάιλινγκ».

Την ίδια στιγμή, οι επιδείξεις της Max Mara δύο φορές τον χρόνο στο Μιλάνο προσελκύουν τα παγκόσμια φλας. Στο σόου του οίκου για τον φετινό χειμώνα, π.χ., η εμφάνιση της Αμερικανίδας-Σομαλής μουσουλμάνας και μοντέλου Χαλιμά Αντέν, η οποία περπάτησε στην πασαρέλα με το χιτζάμπ που δεν αποχωρίζεται ποτέ, είχε απήχηση στα «ξάγρυπνα» μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Η τεχνολογία αλλάζει την επικοινωνία. Τώρα πουλάς στο Iντερνετ και αυτό είναι επίσης σημαντικό», συνεχίζει η Λουζουάρντι. «Oμως πάντα λέω στους νέους ότι “μαθαίνεις αγγίζοντας” και με το κινητό δεν αγγίζεις τίποτα.

Χρειάζεται η τεχνολογία, αλλά πρώτα έρχονται η έρευνα και η δημιουργικότητα». 

Στον ιταλικό όμιλο συναντιούνται πολλές διαφορετικές κατηγορίες γυναικών – χαρακτήρων, σωματότυπων αλλά και προϋπολογισμών. Η Sportmax, π.χ., είναι μια πιο νεανική εκδοχή του πνεύματος του γκρουπ, ενώ η Marina Rinaldi (πήρε το όνομά της από την προγιαγιά του Ακίλε Μαραμότι) προσφέρει πιο «γενναιόδωρα» νούμερα. Πόσο σημαντικό είναι για τη Max Mara να είναι στη «μόδα»; «Δεν θα έλεγα ότι είναι θεμελιώδες. Γιατί από τη στιγμή που είσαι στη μόδα, έχεις ήδη βγει εκτός. Ο ντοτόρε Μαραμότι έλεγε ότι “είναι επικίνδυνο”», συνεχίζει η Λουζουάρντι.

«Oμως δεν επιτρέπεται να γίνεσαι βαρετός, γιατί οι γυναίκες είναι σήμερα πιο απαιτητικές, οι ντουλάπες τους είναι γεμάτες ρούχα και συνεχώς θέλουν νέα πράγματα. Δεν πρέπει να είσαι κλασικός με την έννοια του παλιού, αλλά σύγχρονος. Eχουμε ένα παλτό, το “Εμανουέλα”, το οποίο σήμερα το αγοράζει μια γυναίκα 25 ετών για πρώτο παλτό. Η γυναίκα των 50 το έχει ήδη βάλει και σήμερα θέλει κάτι πιο νεανικό. Το ’60 μια 40άρα εθεωρείτο μεγάλη σε ηλικία, τη δεκαετία του ’90 άρχισε να κάνει παιδιά. Hμουν μια από τις πρώτες που έγινε μητέρα στα 40. Σήμερα η μόδα έχει να κάνει με το στυλ, όχι με την ηλικία. Βέβαια, δεν πρέπει να γίνεσαι γελοίος».  

Στο μεταξύ, το επόμενο μεγάλο πρότζεκτ της εταιρείας προετοιμάζεται στη Σεούλ, όπου στις 28 Νοεμβρίου ξεκινάει η νέα εκδοχής της πολυταξιδεμένης «Coats!», μιας έκθεσης που μέσα από το παλτό ακολουθεί την εξέλιξη της Max Mara μέσα από τη διαδρομή των τάσεων. Και εκεί, η Λουζουάρντι θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Ως «ζωντανή μνήμη» αλλά και ως ένας από τους ανθρώπους που οδηγούν τον οίκο στην επόμενη μέρα. 

«Τη στιγμή που θα πάψω να περνάω καλά θα σταματήσω», καταλήγει. «Είναι μια δουλειά που δεν μπορείς να κάνεις κατά το ήμισυ. Εχω την τύχη να βρίσκομαι σε μια επιχείρηση που μου επιτρέπει να ασχολούμαι με τόσα πράγματα. Ολοι εκείνοι που δουλεύουν για τη Max Mara αισθάνονται μέλος μιας μεγάλης οικογένειας. Εγώ δούλεψα με τον “ντοτόρε” και σήμερα δουλεύω με τα παιδιά του. Κι αυτό είναι μέρος των αξιών μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ