ΒΙΒΛΙΟ

Στην άκρη της σουηδικής νύχτας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ο Ντάγκερμαν με την κόρη του Λο, από τη δεύτερη σύζυγό του Ανίτα Μπγιορκ, το 1954, έτος κατά το οποίο αυτοκτόνησε.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΤΙΓΚ ΝΤΑΓΚΕΡΜΑΝ
Το φίδι
μτφρ.: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 320

Οταν το 1945 κυκλοφορεί το «Φίδι», από τις εκδόσεις Steinsvik, η κριτική ταράζεται. Ο Στιγκ Ντάγκερμαν είναι 22 ετών και η χώρα του βγαίνει κουτσαίνοντας από το εξαντλητικό «υπ’ ατμόν» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εξαιτίας της ουδετερότητας που διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκειά του. Ετσι γεννήθηκε το «Φίδι», απόσπασμα του οποίου δημοσιεύει σήμερα αποκλειστικά η «Κ» και που θα κυκλοφορήσει αύριο, Δευτέρα 20 Νοεμβρίου. Στα δύο κεφάλαια –«Ιρέν» και «Δεν κλείνουμε μάτι»– ένα φίδι μετατρέπεται σε ύψιστο φόβο του στρατεύματος, ακόμη και σε συνθήκες «ουδετερότητας». Οι στρατιωτικές συνθήκες βάζουν φωτιά· ένα καζάνι όπου κοχλάζουν ο αντιμιλιταρισμός, ο υπαρξισμός, η δικαιοσύνη. Μέσω του στρατιωτικού φόντου, ο Στιγκ Ντάγκερμαν κάνει πρωινό προσκλητήριο μια πληγή του σουηδικού έθνους: την αγωνία ως ασθένεια προς θάνατον, όπως την είχε θεμελιώσει ο Δανός φιλόσοφος Σέρεν Κίρκεγκορ και ανατμήσει ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. «Το μυθιστόρημα του Ντάγκερμαν είναι μια κραυγή για ατομική ευθύνη και ελευθερία», γράφει η Σίρι Χούστβεντ, σε μία βαθιά, αφηγηματική και συμπαγή κριτική που συνοδεύει τη σουηδική έκδοση του 2010 από τον οίκο Norstedts. (Δείτε αυτό το ενδιαφέρον βίντεο: https://youtu.be/itvArAsFLi4, με τη Χούστβεντ να μιλάει για το «Φίδι».)

Ο αναρχοσυνδικαλισμός

Γεννημένος το 1923 και μεγαλωμένος στο αγρόκτημα των παππούδων του (έγραψε γι’ αυτήν τη ζωή στα «Παιχνίδια της νύχτας» του 1947), κοντά στην Ουψάλα, ο Στιγκ Ντάγκερμαν από νωρίς έμαθε στα δύσκολα. Η άγαμη μητέρα του εξαφανίστηκε, ενώ τον πατέρα του δεν τον συνάντησε πριν από τα έντεκα, στη Στοκχόλμη, όπου πήγε να τον βρει. Εκείνος τον φέρνει σε επαφή με το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα, μέσα στο οποίο ο νεαρός Στιγκ εξελίσσεται διά της πύρινης αρθρογραφίας σε αντίστοιχα έντυπα, με αποκορύφωμα τον θρυλικό «Arbetaren» («Εργάτης»), όπου, μεταξύ άλλων, δημοσιεύει περί τα χίλια σατιρικά ποιήματα έως το 1954.

Το 1943, μπαίνει η... Ευρώπη στο σπίτι του, αφού νυμφεύεται τη 18χρονη Γερμανίδα πρόσφυγα Ανμαρί Γκέτσε, της οποίας οι γονείς, αναρχοσυνδικαλιστές που απέδρασαν από τη ναζιστική Γερμανία, έκαναν ένα πέρασμα από τη Βαρκελώνη και κατέληξαν στη Στοκχόλμη. Το 1946, εκδίδεται το «Νησί των καταραμένων», για το οποίο λέγεται ότι ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες «από το χέρι του θεού», και οι κριτικοί τον εντάσσουν στην τριάδα μετά των Ουίλιαμ Φόκνερ και Αλμπέρ Καμύ. Ταυτόχρονα, μπαίνει σε κάθε σουηδικό σπίτι μέσω των ανταποκρίσεών του από τη μεταπολεμική Γερμανία, που αργότερα έγιναν το επίτομο «Γερμανικό φθινόπωρο».

Η σκοτεινή του περίοδος ξεκινά στα τέλη του ’40. Παλεύει με το τέρας της κατάθλιψης, κάνει νέα οικογένεια με την ηθοποιό Ανίτα Μπγιορκ, νιώθει βαθιές ενοχές για την προηγούμενη οικογένειά του, «υποθηκεύει» τα έσοδα των μελλοντικών του βιβλίων (περί αυτοκτονίας) για διατροφές και εξακολουθεί να δημοσιεύει τα σατιρικά του ποιήματα – το τελευταίο έχει ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 1954, ημέρα θανάτου του, ετών 31: είχε κλειστεί στο γκαράζ του σπιτιού του και άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου, όπως ακριβώς είχε κάνει η Αμερικανίδα ποιήτρια Αν Σέξτον στις 4 Οκτωβρίου του 1974.

Ο Στιγκ Ντάγκερμαν δεν είναι απλώς μία περίπτωση «καταραμένου» ή «only good die young» συγγραφέα. Κατέστη ένας κλασικός του 20ού αιώνα – ένας γραφιάς, ή ο Γραφέας του «Φιδιού», που στραγγίζει την ψυχή της πατρίδας του και τη συντηρεί μέσα στα βιβλία. Είναι ένα ταξίδι στην άκρη της σουηδικής νύχτας.

​​Κυκλοφορούν επίσης στα ελληνικά:

«Η ανάγκη μας για παρηγοριά», μτφρ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, εκδ. Μελάνι 2005.

«Η σκιά του Μαρτ», μτφρ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, εκδ. Νεφέλη 2004.

«Καμένο παιδί», μτφρ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, εκδ. Εστία 1998.

«Destroy Athens: μια αφήγηση», 1η Μπιενάλε της Αθήνας, συλλογικό, επιμ.: Θεόφιλος Τραμπούλης, Ξένια Καλπακτσόγλου, Poka-Yio, Αυγουστίνος Ζενάκος, εκδ.
Futura, Athens Biennial 2007.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Δεν κλείνουμε μάτι»

«Τώρα έχουν βουβαθεί όλοι. Γιατί, όμως, δεν τον θέλει κανένας στην παρέα; Αν τελικά δεν είναι ο κοινός φόβος πια αξιόπιστος συνδετικός κρίκος, τι άλλο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο σύνδεσης;

Τότε φωνάζει κάποιος από τη άλλη άκρη του διαδρόμου, κάποιος έρχεται τρέχοντας, κάποιος τρέχει και κοπανάει με τις γροθιές του όλες τις κλειστές πόρτες. Ανοίγουν απρόθυμα. Ο Κάλε ο Αλέγρος, ο οποίος δεν ήταν μαζί τους στον κύκλο, στέκεται τώρα μπροστά τους. Στο χέρι κρατάει μια αρβύλα, την αναγνωρίζουν από το πόκερ που είχαν παίξει, εκεί έβαζαν το ποτ. Στέκονται όλοι εκεί και κοιτάζουν μια συνηθισμένη αρβύλα, γυαλισμένη και υγιέστατη από το λίπος, μ’ ένα μεγάλο, αδηφάγο στόμα. Τώρα το μεγάλο στόμα στραβώνει, ξερνάει κάτι στο πάτωμα. Κοιτάζουν όλοι στο πάτωμα με άπληστο βλέμμα, και τώρα είναι όλες οι πόρτες ανοιχτές, από περιέργεια και μόνο. Κι εκεί κείτεται το φίδι με σπασμένη ραχοκοκαλιά. Κείτεται εκεί, άκαμπτο σαν ραβδί, μακρύ σαν μεζούρα, σαν έτοιμο να μετρήσει τα πλακάκια. Κάποιος φέρνει ένα χαρτόκουτο, ένας άλλος ένα φαράσι, ένας τρίτος δένει το χαρτόκουτο με σπάγκο και το βάζει στο καλάθι με τα σκουπίδια.

“Πόσο αστείο!”, σκέφτεται ο Γίντεον, στην αρβύλα του Αλέγρου, στην αρβύλα του πόκερ. Πρέπει να τρύπωσε εκεί και να κρυβόταν όσο το κυνηγούσαμε. Μπορεί και να το είχε πατήσει ήδη κάποιος στο θάλαμο, και γι’ αυτό δεν πρόσεξε τίποτα ο Αλέγρος όταν επέστρεψε την αρβύλα στην αποθήκη.

“Είχα βάλει την τράπουλα μέσα στη μύτη της αρβύλας”, λέει ο Αλέγρος, “και συνάντησα αυτό το αγόρι από τη Σβέα, που είχε μερικά δεκάρικα και ήθελε να τα ξεφορτωθεί. Βάζω το χέρι μες στην αρβύλα, και μπορείτε να στοιχηματίσετε τον κώλο σας πως χέστηκα από το φόβο μου, όταν ένιωσα αυτόν εκεί τον ψυχρό διάολο”.

Τώρα είχαν πλέον σφυρηλατήσει έναν δακτύλιο μεγάλης αντοχής, από καθαρό θαυμασμό, γύρω από τον Κάλε τον Αλέγρο, και στον δακτύλιο αυτόν είχε μπει και ο Γίντεον. Κοιτούσε απορημένος όλα τα πρώην τεταμένα και κλειστά πρόσωπα ν’ ανοίγουν διάπλατα σαν πόρτες αίθουσας χορού, και όποιος σκεφτόταν ή ήθελε να δανειστεί χρήματα ή κάτι άλλο, μπορούσε ν’ ακούσει την ορχήστρα χορού να κουρδίζει τα όργανα εκεί μέσα σαν καλωσόρισμα.

Τώρα, σκέφτηκε, τώρα μπορεί να γίνει. Κοίτα πόσο δεκτικά είναι όλα αυτά τα πρόσωπα, όταν στρέφονται προς τα μένα· κι αν δεν είναι τώρα που πρέπει να πιάσω τ’ απλωμένα χέρια τους για να τους προσφέρω μερίδια στο φόβο, πότε θα το κάνω;

Αχ, Θεέ μου, δεν το ξέρει ακόμα, αυτός που συνεχίζει να κρατάει το φόβο φωλιασμένο μέσα του, ότι εκείνοι έβαλαν τον δικό τους σε ένα χαρτόκουτο και το πέταξαν στα σκουπίδια. Πώς να ξέρει αυτός ότι εκείνοι, σε αντίθεση με τον ίδιο, έχουν ενσταλάξει σε μικρές δόσεις το φόβο μέσα τους, ήδη από τότε που θυμούνται τον εαυτό τους, και με τον καιρό απέκτησαν σχεδόν ανοσία. Ούτε γνωρίζει ότι ο λόγος για τον οποίο έστρωσαν τα πατάκια με το «Καλωσορίσατε» ήταν επειδή φοβόνταν το φίδι, αυτή τη σκούρα μεζούρα του μισού μέτρου, κι επειδή αυτό ακριβώς το φίδι έπαψε να υπάρχει σαν κάτι άλλο πέρα από ανάμνηση. Σίγουρα δεν γνωρίζει ότι ο χειρότερος αντίπαλος του ιδεαλισμού είναι οι πρώην ιδεαλιστές ή ότι, όποιος ζει ακόμα στο φόβο, τη μεγαλύτερη απειλή πρέπει να την περιμένει από εκείνους που απαλλάχθηκαν από τον δικό τους φόβο. Οι πιο ένθερμοι αρνητές είναι όλοι οι πρώην, εκείνοι που θεωρούν κρυφή απειλή το γεγονός ότι μερικοί εκπρόσωποι των χαμένων ιδανικών τους τολμούν ακόμα να υπάρχουν. Διότι ο φόβος αποτελεί ιδεώδες για κείνον που είναι αρκετά φοβισμένος.

Τώρα, όλοι τούτοι δίνουν πόδι στο φόβο τους, και μάλιστα, με έναν ενθουσιασμό που τους επιτρέπει ν’ αρνούνται αδίστακτα τρις –και πολλάκις, αν παραστεί ανάγκη– όλες τις πράξεις που έκαναν και όλες τις σκέψεις που σκέφτηκαν, ενώ ένιωθαν ταυτόχρονα τη σιδηρά λαβή του φόβου γύρω από το λαιμό τους. Και να γελούν από κοινού με αυτά τα αξιοθρήνητα ανθρωπάκια που ήταν οι ίδιοι. Τόσο υπερόπτες έχουν γίνει τώρα πια».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ