ΜΟΥΣΙΚΗ

Μπετόβεν με ευγένεια και δύναμη από τη Λεόνσκαγια

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η διάσημη πιανίστα Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια απέδωσε με ποιητικό τρόπο το 4ο Κοντσέρτο του Μπετόβεν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Να λοιπόν και μία μετάκληση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η οποία πραγματικά ξεχώρισε, καθώς ξέφυγε από τη ρουτίνα: Για τη συναυλία της 3ης Νοεμβρίου κλήθηκε να συμπράξει με την πρώτη ορχήστρα της χώρας η Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια.

Οι νεότεροι γνωρίζουν τη διάσημη Ρωσίδα πιανίστα πρωτίστως από τη δισκογραφία, κυρίως από τις ποιητικές ερμηνείες της σε έργα Σούμπερτ, Μπραμς και Σοπέν. Οι λίγο παλαιότεροι τη θυμούνται από τις τακτικές εμφανίσεις της στην Αθήνα αλλά και στο Φεστιβάλ του Ναυπλίου, κατά τη δεκαετία του 1990, τότε που αυτό ξεκινούσε φιλόδοξα ως φεστιβάλ πιάνου με αξιώσεις, πριν εγκαταλειφθεί κυρίως από τη δημοτική αρχή.

Προσωπική ερμηνεία

Αυτή τη φορά στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» η εξαιρετική πιανίστα συνεργάστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Στέφανο Τσιαλή για το Τέταρτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Η εξοικείωσή της με την αισθητική της μουσικής του Μπετόβεν, και ειδικότερα με το συγκεκριμένο έργο, με τη σημασία και το βάρος της κάθε του φράσης, δεν της επέτρεψε απλώς την αξιόπιστη απόδοση του πιανιστικού κειμένου αλλά της παρείχε τα μέσα για μια ουσιαστική ερμηνεία του έργου.

Μέσα από την επιλογή των κατάλληλων τονισμών και υπογραμμίσεων, όχι κατ’ ανάγκην των πιο αυτονόητων, η Λεόνσκαγια διαμόρφωσε την προσωπική της ερμηνεία. Αρθρωσε το μουσικό κείμενο με τρόπο που έμοιαζε «προφανής» σε όσους άκουγαν το έργο για πρώτη φορά, ενώ, την ίδια στιγμή, άνοιγε νέες οπτικές στους περισσότερο εξοικειωμένους, καθώς φώτιζε με ξεχωριστό τρόπο αυτά που νόμιζε κανείς γνωστά.

Τα στοιχεία της πρωτοτυπίας και της έκπληξης, πάντοτε στο πλαίσιο της γνώσης των κανόνων και της αισθητικής της εποχής, έδωσαν στην ερμηνεία της διακριτή υπογραφή και της επέτρεψαν να ξεφύγει από τη ρουτίνα.

Εκφραστικότητα

Από την είσοδό της και την εκφραστικότητα που προσέδωσε στα πρώτα μουσικά μέτρα φάνηκε τι θα ακολουθούσε. Η σημασία σε όσα κρίσιμα έχει εμπιστευθεί ο συνθέτης στο αριστερό χέρι, η διαφάνεια συγκεκριμένων φράσεων στο δεξιό, η πλαστικότητα στη διαμόρφωση κάθε μουσικής φράσης και η κρυστάλλινη δεξιοτεχνία στα μέρη ελεύθερου αυτοσχεδιασμού εμφυσούσαν ζωή στη μουσική του Μπετόβεν. Κρίσιμο στοιχείο και χαρακτηριστικό των ερμηνειών της Λεόνσκαγια ήταν πως η ευγένεια έκφρασης και συναισθήματος δεν στερούσε από την ερμηνεία τη δύναμη και την ορμή της.

Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για την ορχήστρα, η οποία για ακόμα μία φορά σε κοντσέρτο προτίμησε να αφήσει την πρωτοβουλία στον σολίστ, παραμένοντας αδιάφορος συνοδός. Κρίμα, διότι με εξαίρεση πολύ λίγα έργα, βασική αρχή σε ένα κοντσέρτο είναι αυτή της συνεργασίας των δύο μερών, του δημιουργικού διαλόγου, στη διάρκεια του οποίου σολίστ και ορχήστρα συνομιλούν με στόχο ένα συνολικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

«Αγνωστος» Σκαλκώτας

Η συγκεκριμένη βραδιά έφερε έναν ακόμα δυσεξήγητο τίτλο: «Παλιές και νέες αξίες». Υποθέτει κανείς ότι οι «παλιές» αναφέρονταν στο Κοντσέρτο του Μπετόβεν και στην «Ημιτελή» Συμφωνία του Σούμπερτ, η οποία ακολούθησε, ενώ οι «νέες» αφορούσαν τις «Τέσσερις εικόνες» για ορχήστρα του Νίκου Σκαλκώτα, με τις οποίες ξεκίνησε η συναυλία.

Ωστόσο, το έργο του Χαλκιδαίου συνθέτη, το οποίο δημιουργήθηκε πριν από 70 χρόνια, περισσότερο από «νέο», είναι μάλλον «άγνωστο», καθώς στην Αθήνα έχει παιχτεί ελάχιστες φορές, παρότι η μουσική του γλώσσα δεν είναι δυσπρόσιτη στο ευρύ κοινό. Η απουσία του από τα προγράμματα των συμφωνικών μας συνόλων σχετίζεται προφανώς με τη συνολικά υποβαθμισμένη θέση έργων της ιστορικής ελληνικής μουσικής σε αυτά, ειδικά δε έργων με μεγαλύτερη διάρκεια.

Εχει, ίσως, ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο έργο του Σκαλκώτα στη νέα του έκδοση από τον μουσικολόγο Γιάννη Σαμπροβαλάκη και το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής έχει ήδη παρουσιαστεί από αρκετές ορχήστρες στο εξωτερικό, ενώ έχουν προγραμματιστεί αρκετές ακόμα παρουσιάσεις του στο άμεσο μέλλον.

Οι τέσσερις «Εικόνες» του, ο «Θερισμός», η «Σπορά», ο «Τρύγος» και το «Πατητήρι» αντλούν την έμπνευσή τους από την παραδοσιακή μουσική και είναι συνειδητά πιο απλές ως προς το ύφος, σε σχέση με προγενέστερα έργα του Σκαλκώτα. Διαθέτουν όμως, παρ’ όλα αυτά, πυκνή και εξαιρετικά σύνθετη γραφή, η οποία χάνεται σε γενικευμένες αποδόσεις, όπως αυτή της 3ης Νοεμβρίου. Ακόμα και εάν επιμέρους στοιχεία της γραφής δύσκολα ξεχωρίζουν μέσα στον πυκνό ιστό, η σαφής απόδοσή τους συμβάλλει στην ευκρίνεια της συνολικής εικόνας.

Καλύτερα τα πήγε η ορχήστρα στην «Ημιτελή» 8η Συμφωνία του Σούμπερτ, που ακολούθησε, καθώς η μουσική της γλώσσα είναι πιο οικεία στους μουσικούς από εκείνη του Σκαλκώτα. Ο ήχος των εγχόρδων υπήρξε στρογγυλός, τα τσέλα ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στην ανάδειξη του διάσημου θέματος του πρώτου μέρους. Ο Στέφανος Τσιαλής εξασφάλισε τον λυρισμό του συγκεκριμένου θέματος, όπως και την ένταση των δραματικών εκρήξεων που το διακόπτουν, έστω και αν ο συσχετισμός των δύο παρέμεινε λιγότερο προφανής. Στο δεύτερο μέρος ξεχώρισε το σόλο κλαρινέτο του Κώστα Τζέκου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ