Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αδωνις Γεωργιάδης
Τηλεμάρκετινγκ και τηλεπολιτική

Κ​​ανείς δεν υπονομεύει τον Αδωνι τόσο αποτελεσματικά όσο ο ίδιος ο Αδωνις. Κανείς πολιτικός του αντίπαλος δεν έχει καταφέρει να τον πλήξει τόσο καίρια όσο ο ίδιος τον εαυτό του, όταν εμφανίστηκε να πουλάει από τηλεοράσεως «μαγικά» προϊόντα που τα χρησιμοποιείς και «σου περνάνε οι πόνοι».

Πρέπει να κατακρίνει κανείς τον Αδωνι για το εμπόριο ευεξίας; Ή μήπως πρέπει, πλέον, να τον επαινεί επειδή, έστω και μετά την κατακραυγή, αποσύρθηκε από την επαγγελματική του δραστηριότητα στην τηλεόραση; Η ερώτηση είναι παραπειστική. Οσο παραπειστικό ήταν και το σκεπτικό της απόσυρσης του Γεωργιάδη από τις τηλεπωλήσεις. Η εξήγησή του δεν ενσωμάτωνε καμία αυτοκριτική για το είδος του προϊόντος που λάνσαρε. Αντιθέτως. Αντέδρασε ως θύμα «του μένους των άλλων», που δεν τον αφήνουν να ασκεί ελεύθερα το επάγγελμά του.

Είναι άλλο όμως να πουλάς βιβλία. Αλλο να πουλάς μαγεία. Η μαγεία, ακόμη κι όταν είναι νόμιμη, είναι μάλλον αθέμιτη όχι μόνο για τα δημόσια πρόσωπα, αλλά και για τους κοινούς τηλεπωλητές.

Από μόνη της αυτή η πολιτικά ξεκούδουνη συζήτηση αποτελεί πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία. Είτε το συνειδητοποίησε μόνος ο Αδωνις είτε τον βοήθησε η Ν.Δ. να το συνειδητοποιήσει, η συζήτηση δεν αντανακλούσε μόνο στην εικόνα του ίδιου. Καθιστούσε πρωτίστως το κόμμα ιδανική βορά για τρολάρισμα – τουλάχιστον.

Χαρισματικός πωλητής, ο Γεωργιάδης χρησιμοποιούσε στο τηλεμάρκετινγκ τα ίδια μέσα θεατρικής πειθούς που επιστρατεύει και στις πολιτικές του αντιπαραθέσεις – στην τηλεόραση και στο Κοινοβούλιο. Ο ένας ρόλος διάβρωνε τον άλλον. Ο πολιτικός που ψωμιζόταν ως δεινός πλασιέ εμφανιζόταν την επόμενη στιγμή στο διπλανό κανάλι ως πλασιέ πολιτικών απόψεων. Ο Αδωνις υπερασπιζόταν αυτήν τη σκηνική σύγχυση σαν βιοπαλαιστής. Αλλά δεν μπορούσε άλλο να την υπερασπιστεί ως αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Ρένα Δούρου
Οι γιακάδες στην εξουσία

Σ​​τη «θεομηνία» πρέπει και η μήνις των ανθρώπων κάπου να ξοδευτεί. Συνήθως ξοδεύεται κατά του πολιτικού που θα βρεθεί στον ρου της συμφοράς. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε κανείς να νιώσει κατανόηση για τη Ρένα Δούρου – που μέσα στο αληθινό δράμα ζει ζαλισμένη το δικό της «δράμα». Θα μπορούσε να ακούσει με κατανόηση τη δικαιολογία ότι φταίνε οι «παθογένειες», αν η ίδια η περιφερειάρχης δεν υπέσκαπτε αυτή την κατανόηση.

Το πρόβλημα με τη Δούρου δεν είναι μόνο οι διοικητικές της ευθύνες – οι έτοιμες μελέτες που ξαναμελετήθηκαν και φορτώνονται τώρα στο δασαρχείο. Το πρόβλημα με την αντίδρασή της στις πλημμύρες, όπως και με την αντίδρασή της στις πυρκαγιές, είναι ότι τις υπερσκηνοθέτησε τόσο ώστε να μην μπορεί να κρύψει ότι η πρώτη της μέριμνα ήταν να αποσείσει το πολιτικό κόστος. Ντύθηκε «μηνυτήρια αναφορά» –με βαρύ γυαλί και πνιγηρό γιακά– για να υποκλέψει από τους καταγγέλλοντες τον ρόλο της καταγγέλλουσας· όπως το καλοκαίρι είχε βγει στο βουνό, βαμμένη με γήινα χρώματα, για να δανειστεί από τους αγανακτισμένους τη φωνή της αγανάκτησης.

Πρόκειται για αντιδράσεις πλήρως εναρμονισμένες με το κυρίαρχο παράδειγμα μιας κυβέρνησης που καταχράται το παρελθόν –μετρώντας τους καμένους και τους πνιγμένους των προηγούμενων– για να ξελασπώσει από τις δικές της ευθύνες. Μιας κυβέρνησης που αναγνώρισε στον εαυτό της μέχρι και την εξουσία, ύστερα από μια καταστροφή, να εγκαινιάζει παραλίες.

Δεν απαιτεί κανείς από αυτή την ηγεσία να συμβολίσει τη στιγμή – να λειτουργήσει ως φορέας συλλογικού πένθους. Δεν απαιτεί καν να λειτουργήσει ως φορέας νοήματος – που θα εξηγήσει την καταστροφή και θα αναμετρηθεί μαζί της στυγνά, επιχειρησιακά, χωρίς μελοδραματικά τεχνάσματα και νεοδεισιδαιμονίες.

Το μόνο που έχει φτάσει κανείς να απαιτεί είναι τουλάχιστον η αποχή από τον μιντιακό ακτιβισμό. Η αποχή από την insta-γράφηση του θανάτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ