ΘΕΑΤΡΟ

Η απλή ιστορία της... αβεβαιότητας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Για την Κόρα Καρβούνη, που παίζει ολόκληρη, είναι αδύνατον να προσδιορίσεις την ταχύτητα με την οποία γεμίζει όλη τη σκηνή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αρχή της Απροσδιοριστίας ή Αρχή της Αβεβαιότητας. Ο σπουδαίος φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ μας είπε το 1927 ότι δεν μετριούνται ταυτόχρονα και με ακρίβεια η θέση και η ταχύτητα ή η ορμή ενός σωματιδίου. Ο Βρετανός Σάιμον Στίβενς το έδεσε κόμπο και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος αποφάσισε να τον λύσει στη σκηνή του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», διά της Κόρας Καρβούνη και του Περικλή Μουστάκη.

Η απλή ιστορία –μια σύγχρονη Μπλανς Ντιμπουά ερωτεύεται έναν κατά 30 χρόνια μεγαλύτερό της– είναι ένας τρόπος για τον Σάιμον Στίβενς να μετατρέψει την Αμερικανίδα στο Λονδίνο Τζόρτζι σε έναν καμβά για όλα τα χρώματα της υστερίας και της απελπισίας για τον γιο της που την εγκατέλειψε και της ερωτικής και οικονομικής επαιτείας προς τον 75χρονο Αλεξ. Εκείνος είναι ένας τύπος κλεισμένος στο κρεοπωλείο και στο σπίτι του εδώ και πολλά χρόνια, γράφοντας ημερολόγια, ακούγοντας μουσική ή περπατώντας στο Λονδίνο. Ο Αλεξ ερωτεύεται την Τζόρτζι, αλλά τραντάζεται όταν υποψιάζεται ότι του πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Τελικά, εκείνη, για να τον πείσει ότι «δεν σε θέλω μόνο για τα λεφτά», του ζητάει να ταξιδέψουν μαζί στο Νιου Τζέρσι για να αναζητήσουν τον γιο της.

Η Απροσδιοριστία ή η Αβεβαιότητα στο «Heisenberg» (από τη σίγουρη με ολίγους αγγλισμούς μετάφραση του Μενέλαου Καραντζά) εντοπίζονται όταν ο φοβισμένος ομφαλοσκόπος Αλεξ δεν μπορεί με τίποτα να συντονιστεί με την ορμή, πόσο μάλλον τη θέση, της αθυρόστομης και έξω καρδιά Τζόρτζι. Ο Περικλής Μουστάκης το κατάλαβε αυτό καλά, αλλά ήταν περισσότερο αμήχανος απ’ όσο μάλλον επέβαλε ο ρόλος. Για την Κόρα Καρβούνη, που παίζει ολόκληρη, είναι πράγματι αδύνατον να προσδιορίσεις την ταχύτητα με την οποία γεμίζει όλη τη σκηνή, ακόμη κι όταν οι δυο τους μεταφέρουν τις ξύλινες παλέτες φορτίων, που αλλάζουν το σκηνικό (της Μαγδαληνής Αυγερινού), στα «σκοτεινά διαλείμματα». Είχε λίγο παραπάνω μαζί της την περυσινή –υποδειγματική– Μπλανς Ντιμπουά, με την Ελένη Σκότη, αλλά ήταν... Τζόρτζι. Εξάλλου, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος φάνηκε να χτίζει τη βέβαιη αβεβαιότητα πάνω στην Κόρα Καρβούνη.

«Της επαρχίας κοιμωμένη»

Κι αν «ο Ρίτσος είναι πολύ πιο κοντά στον Ευριπίδη παρά στον Τένεσι Ουίλιαμς», η «Ελένη» του Βασίλη Παπαβασιλείου δεν κατάφερε να αντισταθεί στο φάντασμα της ωραίας κοιμωμένης της σκοτεινής, βαθιάς, ερημωμένης επαρχίας – αμερικανικής ή ελληνικής, λίγη σημασία έχει, διότι συχνά η επαρχία είναι κατάσταση και όχι τόπος.

Ο μονόλογος από την «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου, που παρουσιάζεται στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου, με τον Βασίλη Παπαβασιλείου στον ομώνυμο ρόλο, βοηθούντος του σιωπηλού Νίκου Σακαλίδη, είναι μια α λα Τένεσι Ουίλιαμς ανάγνωση του ποιητή με ένα σπουδαίο εύρημα: την παρουσίαση της γηραιάς Ελένης ως άφυλης. Με τις αυξομειώσεις της φωνής, τις έντονες εκφράσεις του προσώπου και τη μετατροπή των «κρεσέντων» του Ρίτσου σε overdramatic περφόρμανς, ο Βασίλης Παπαβασιλείου «διάβασε» την Ελένη, ως περσόνα και ως έργο, περισσότερο σαν ηρωίδα του Ταχτσή παρά ως μια –έστω γελοία– αιτία ενός ολόκληρου πολέμου, με θανάτους, ηρωισμούς, μονομαχίες, θεούς και δαίμονες – μια ολόκληρη Ιλιάδα στην ποδιά της.

Παρά ταύτα, στη δική του ανάγνωση και επιλογή σκηνοθεσίας, ο Βασίλης Παπαβασιλείου ήταν συνεπής. Χωρίς καμία παραφωνία, δίχως δισταγμούς και αβεβαιότητες, για μία ώρα ξύπνησε την ωραία κοιμωμένη της επαρχίας, της έδωσε φωνή και τελικά την έστειλε πίσω, να προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ Τένεσι Ουίλιαμς και Ευριπίδη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ