Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πέτρος Κωνσταντινέας: Μπάτσελορ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Θα καταργήσουμε τα μπάτσελορ; Θα ποινικοποιήσουμε την Πάολα; Ετσι –επικαλούμενος την ιδιωτική του ανάγκη να μοιραστεί τη γαμήλια χαρά ενός συνεργάτη του– δοκίμασε να δικαιολογηθεί ο Πέτρος Κωνσταντινέας για το γεγονός ότι απέδρασε για ένα βράδυ από το εθνικό πένθος. Αντέδρασε σαν να κρινόταν για τα γούστα του. Σαν να είχε τολμήσει κάποιος να αμφισβητήσει το αναφαίρετο δικαίωμά του να υποβάλει τις αισθήσεις του στον παολολολυγμό – ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό το μεγαπαραφωνικό κλάμα.

Το πρόβλημα με τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η συμμετοχή του στο πάρτι. Δεν ήταν καν η αποχή του από το πένθος. Ηταν ότι, με νωπά ακόμη τα πέταλα του γαρίφαλου στο γιακά, βγήκε στην τηλεόραση για να «σωφρονίσει» τη δήμαρχο των πνιγμένων. Από την πίστα, στον άμβωνα.

Και τι έγινε; Θα μπορούσε να προσπεράσει κανείς τον βουλευτή από την Καλαμάτα σαν αμελητέα περίπτωση – σαν κάποιον που δεν έχει προλάβει να αποκτήσει συνείδηση δημοσίου προσώπου· που, μην έχοντας επίγνωση των συμβολισμών, δηλητηριάζει και δηλητηριάζεται από τα λόγια του. Ομως, ο Κωνσταντινέας δεν είναι εξαίρεση. Είναι σε συμφωνία με τον επιθετικό χειρισμό της πλημμύρας από την κυβέρνηση. Σε αρμονία με μια κυβέρνηση που δεν είχε, ούτε έχει τη θεσμική κουλτούρα που θα της επέβαλλε να απολογηθεί για τους νεκρούς εκ μέρους της Πολιτείας. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν αναγνωρίζουν παρούσα Πολιτεία. Πολιτεία είναι γι’ αυτούς μόνο το ancien regime – το σαθρό κατασκεύασμα των προηγουμένων.

Ακόμη και το ύφος του Κωνσταντινέα εντάσσεται στον κυβερνητικό κανόνα. Στον κανόνα που διαμορφώνει η ομιλούσα χολή του Πολάκη και του Καρανίκα. Στο υπόδειγμα συναισθηματικής νοημοσύνης που παριστά η τουριστική αναισθησία του ίδιου του αυτοφωτογραφιζόμενου πρωθυπουργού.
Λένε ότι έτσι έκαναν όλοι. Οπως οι προηγούμενοι, έτσι και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, καθοδηγούμενοι από τις ορμές της αυτοσυντήρησής τους, έχουν φτάσει σε προχωρημένο στάδιο εξουσιαστικής σκλήρυνσης. Ακόμη και οι ενστάσεις για τον τρόπο του Πολάκη απορρίπτονται ως ελιτίστικος καθωσπρεπισμός. Ως υποκριτική ηθικολογία ενός συστήματος που έχει ξεχάσει πως «για σαράντα χρόνια» εξέτρεφε ποικιλόχρωμους αυριανιστές και απύλωτους βαγγελογιαννόπουλους.

Και όμως κάτι έχει αλλάξει. Τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού λόγου έχουν σαρωθεί. Τα νέα Μέσα δεν μεσολαβούν πια. Εχουν αυτοκαταργηθεί στο όνομα της «αμεσότητας». Εχουν επιτρέψει έτσι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον κοινωνικής ανοχής απέναντι στο είδος εκείνο της πολιτικής συμπεριφοράς που, άλλοτε, δυσκολευόταν να επιβληθεί ως μέινστριμ.

Το κυβερνητικό «εγώ», που ενσάρκωσε στην μπόρα ο Κωνσταντινέας, παραμένει αποκρουστικό για την πλειοψηφία. Συσπειρώνει, όμως, «οπαδικά» τη μειοψηφία. Απωθεί το 80%. Και συγκρατεί το περιπόθητο 20%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ