Όταν μεγάλωνε, διάβαζε Vanity Fair «πού και πού», το τελευταίο της πόστο ήταν η αρχισυνταξία στο τμήμα βιβλίων των New York Times, ενώ η ίδια έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό της «έναν πρώην ντροπαλό άνθρωπο». Σε πρώτη ανάγνωση, η Ραντίκα Τζόουνς, η οποία αναλαμβάνει τη διεύθυνση της «γυαλιστερής» αμερικανικής έκδοσης του Vanity Fair στις αρχές Δεκεμβρίου, δεν είναι μια άμεσα αναγνωρίσιμη προσωπικότητα της εποχής των παγκόσμιων σελέμπριτι. Η 44χρονη Αμερικανίδα που ετοιμάζεται να αντικαταστήσει τον εκδότη-σταρ Γκρέιντον Κάρτερ, ο οποίος αποχωρεί ύστερα από 25 χρόνια, θα είναι η έκτη διευθύντρια του περιοδικού της Conde Nast και η δεύτερη γυναίκα μετά τη Βρετανίδα Τίνα Μπράουν (1984-1992).

Η Τζόουνς σπούδασε στο Κολέγιο του Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και έζησε στην Ταϊπέι και στη Μόσχα – στη Ρωσία ξεκίνησε τη δημοσιογραφική της διαδρομή στους αγγλόφωνους Moscow Times. Στο βιογραφικό της επίσης και η «Time 100», η ετήσια λίστα προσωπικοτήτων με τη μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη, κατά το περιοδικό Time.

Στέλεχος του ομίλου χαιρέτισε το «όραμα, την ενέργεια και το ιδιαίτερα δραστήριο μυαλό» της Τζόουνς, ενώ η ίδια δήλωσε στον πρώην εργοδότη της, τους New York Times, ότι μέρος της αποστολής της θα είναι η ενίσχυση του τίτλου στο διαδίκτυο και η περαιτέρω ανάπτυξη ειδικών διοργανώσεων, όπως το Vanity Fair πάρτι, όπου οι νικητές των Όσκαρ φτάνουν κρατώντας το αγαλματίδιο μετά τη νίκη τους. Θέμα που θα την απασχολήσει επίσης είναι το «μιξάρισμα» της «υψηλής» και της «χαμηλής» κουλτούρας. Μιλώντας λίγο μετά την πρώτη της επίσκεψη στη νέα της «οικογένεια», η ίδια έδωσε ένα πρώτο στίγμα: «Είμαι μονίμως έτοιμη να ενδιαφερθώ για κάτι. Είναι η προεπιλεγμένη μου θέση». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ