ΜΟΥΣΙΚΗ

Υποδειγματική Καμεράτα σε πείσμα των περιστάσεων

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Πρόγραμμα με έργα Μπετόβεν απέδωσαν οι μουσικοί της Καμεράτας σε όργανα εποχής υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου στις 19 Νοεμβρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Οι ερμηνείες τους στο Πέμπτο Κοντσέρτο για πιάνο, την Πέμπτη Συμφωνία και την Εισαγωγή στο μπαλέτο «Τα πλάσματα του Προμηθέα» ήταν μακράν οι πιο ενδιαφέρουσες ανάμεσα σε όσες έχουν ακουστεί το τελευταίο διάστημα από οποιαδήποτε άλλη ελληνική ορχήστρα σε έργα του Μπετόβεν.

Και μοιάζει απίστευτο αυτό για ένα σύνολο, το οποίο πέρα από έναν μικρό πυρήνα μουσικών δεν έχει καν σταθερή σύνθεση, δεν έχει τακτικό πρόγραμμα εμφανίσεων, συνεπώς ούτε και δοκιμών. Προφανώς το αποτέλεσμα οφείλεται στην ποιότητα της δουλειάς που έχει γίνει και εξακολουθεί να γίνεται. Το πιστώνονται οι ίδιοι οι μουσικοί και ο αρχιμουσικός τους σε πείσμα όσων επιμένουν να αφήνουν άλυτα τα διοικητικά και οικονομικά προβλήματα του οργανισμού, σε πείσμα και όσων δεν περιλαμβάνουν το σύνολο τακτικά στους προγραμματισμούς τους.

Παρ’ όλα αυτά, όπως σημειώνεται διαρκώς από τον ελληνικό αλλά και από τον ξένο Τύπο, οι ερμηνείες της Καμεράτας παραμένουν σταθερά σε υψηλό επίπεδο και η ορχήστρα παραμένει στον χώρο της σοβαρής μουσικής το πιο αξιόπιστο «εξαγώγιμο προϊόν» της χώρας.

Ετσι, λοιπόν, από τις πρώτες νότες της εισαγωγής στα «Πλάσματα του Προμηθέα», η θυελλώδης διεύθυνση του Πέτρου ανέδειξε τον ορμητικό χαρακτήρα της μουσικής. Οι μουσικοί ανταποκρίθηκαν άριστα στην ταχύτητα της διεύθυνσης, αρθρώνοντας τις φράσεις με σαφήνεια και καθαρότητα, ενώ η οξύτητα των «φυσικών» χάλκινων πνευστών συνεισέφερε δριμύτητα στο αποτέλεσμα.

Συναρπαστικός Μπετόβεν

Ανάλογα ίσχυσαν επίσης στη διασημότατη Πέμπτη Συμφωνία. Στο πρώτο μέρος, ο Πέτρου ισορρόπησε το νευρώδες ρυθμικό στοιχείο με τη γλυκύτητα των μελωδικών σπαραγμάτων. Στο δεύτερο, κάθε επανάληψη των μουσικών θεμάτων διέθετε σαφώς διακριτό χαρακτήρα. Η εναλλαγή ανάμεσα στο γλυκύ μελωδικό ύφος και στο αυστηρό εμβατηριακό δημιουργούσε ενδιαφέρουσα ένταση, αναδείκνυε τη δραματουργία της μουσικής και ωθούσε τον μουσικό διάλογο.

Τα φυσικά κόρνα ανταποκρίθηκαν στον αναβαθμισμένο ρόλο τους στο τρίτο μέρος της συμφωνίας, ενώ οι υποβλητικά χαμηλόφωνες τελευταίες φράσεις στα έγχορδα και στα τύμπανα κατέστησαν το ξέσπασμα στο τελευταίο μέρος ακόμα πιο θυελλώδες και δραματικό.

Προφανώς όλα αυτά θα ακούγονταν πολύ καλύτερα σε μικρότερη αίθουσα, όπως αυτή της Στέγης του Ωνασείου, στην οποία άλλωστε η Καμεράτα είχε παρουσιάσει το 2012 ολόκληρη τη μουσική του «Προμηθέα». Η μικρότερη αίθουσα θα ευνοούσε επίσης τον ήχο του ιστορικού φορτεπιάνο, στο οποίο η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου απέδωσε το «αυτοκρατορικό» Πέμπτο Κοντσέρτο. Στη μεγάλη αίθουσα ο μαλακός του ήχος δεν προβαλλόταν επαρκώς και συνεπώς υπολειπόταν στον διάλογό του με την ορχήστρα, παρά την εμφανή μέριμνα του Πέτρου να κρατάει την ένταση του συνόλου χαμηλά, όπου αυτό είχε νόημα.

Σε ό,τι αφορά τον σχηματισμό των φράσεων και τη δυναμική, η Παπαστεφάνου προσέγγισε το έργο με αισθητική και παίξιμο που ταίριαζε περισσότερο σε σύγχρονο όργανο, γεγονός που δεν βοηθούσε τη συμπόρευση με τα σαφή περιγράμματα και τις ελάχιστα συναισθηματικές διατυπώσεις της ορχήστρας.

Μουσική στο Athenaeum

Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 11 Νοεμβρίου, στην αίθουσα συναυλιών «Λούλη Ψυχούλη» του ωδείου Athenaeum ο πιανίστας Παύλος Σιφναίος μοιράστηκε τη σκηνή με την υψίφωνο Ειρήνη Τσιρακίδου και τη μεσόφωνο Ειρήνη Καράγιαννη σε μια βραδιά με πρόγραμμα ετερόκλητο, αλλά επιλεγμένο ώστε να αναδεικνύει καθέναν από τους τρεις καλλιτέχνες με τον καλύτερο τρόπο. Οι συναυλίες στον συγκεκριμένο χώρο εξακολουθούν να πραγματοποιούνται κάτω από δύσκολες συνθήκες, καθώς οι αυτοσχέδιες μουσικές από τον πεζόδρομο δυσχεραίνουν τη συγκέντρωση καλλιτεχνών και ακροατών.

Παρ’ όλα αυτά, ο Παύλος Σιφναίος ξεκίνησε με μία υποδειγματική ερμηνεία της όγδοης και τελευταίας από τις τρεις «Σονάτες του πολέμου» του Προκόφιεφ, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μόσχα το 1944. Είχε την ακρίβεια που απαιτεί η μηχανιστική γραφή του Προκόφιεφ, αλλά και τη δεξιοτεχνία που είναι απαραίτητη για το ζωηρό τρίτο μέρος του έργου. Ακόμα περισσότερο, διέθετε τη συναισθηματική εγκράτεια για τη μελαγχολία που εκφράζει η μουσική, όχι μόνο στο αργό δεύτερο μέρος, αλλά ήδη από τα πρώτα μέτρα του πρώτου μέρους.

Με τελείως διαφορετικά φωνητικά μέσα, οι δύο κυρίες πρότειναν αρχικά μία σειρά από γερμανικά, ρωσικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, όπως επίσης ελληνικά τραγούδια και έκλεισαν με άριες από όπερες. Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτα ήταν τα «Ανθη του γκρεμνού» του Λαυρέντιου Καμηλιέρη, με τα οποία ξεκίνησε το πρόγραμμά της η Ειρήνη Καράγιαννη. Συναισθηματικά πιο συγκρατημένη, με το γνωστό αισθησιακό ηχόχρωμα της φωνής απέδωσε επίσης συγκινητικά ένα τραγούδι του Ρεϊνάλντο Αν αλλά και ένα από τα «Επτά λαϊκά ισπανικά τραγούδια» του Ντε Φάγια. Περισσότερο εξωστρεφής και θεατρική σε όλες της τις επιλογές, η Τσιρακίδου κινήθηκε με την ίδια άνεση στον Μάλερ, τον Φορέ και τον Τσαϊκόφσκι πριν αποδώσει με έντονα δραματικό τρόπο μία από τις άριες της Σαρλότ από τον «Βέρθερο» του Μασνέ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ