Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν
Καλωσήλθατε στο 1923

Α​​ς ξεχάσουμε για μια στιγμή με ποιο τάχα σκεπτικό και με ποιον διπλωματικό αντίκτυπο η Αθήνα και η Κομοτηνή έγιναν για δύο 24ωρα θέατρο του ερντογανισμού. Ας θυμηθούμε πώς είχε εκδηλωθεί αυτό που γίνεται διεθνώς αντιληπτό ως «ερντογανισμός», προτού ο ενσαρκωτής του προσγειωθεί στην Ελλάδα.

Ο Τούρκος πρόεδρος δεν κρύβεται. Δεν εξωραΐζει την άποψή του για τη δημοκρατία – την οποία ταυτίζει με μια εκλογική πλειοψηφία αυτάρκη, που δεν έχει χρεία άλλων θεσμικών συμπληρωμάτων. Δεν προσποιείται ότι υπολήπτεται τη Δικαιοσύνη – την οποία αντιμετωπίζει ως τροχοπέδη στη βούληση του ηγέτη. Δεν δοκιμάζει καν να καμουφλάρει τη περιφρόνησή του προς τους κανόνες του διεθνούς δικαίου – τους οποίους θεωρεί ανίσχυρους μπροστά στο «πολιτικό» δίκαιο.

Το μοντέλο αυτό –εθνικιστικό μείγμα μεγαλομανίας και μανίας καταδίωξης– έχει ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, είτε εκπορεύεται από το σαράι της Αγκυρας, είτε από το Κρεμλίνο, είτε -φευ!- από τον Λευκό Οίκο. Ο ριζοσπαστισμός του φτάνει μέχρι την επιθετική αμφισβήτηση των κανόνων που ρύθμιζαν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Απλώς, για ειδικούς λόγους, ο Ερντογάν χρειάστηκε να πάει ακόμη πιο πίσω: Στο 1923. Μοχλός της Νέας Αταξίας, ο Τούρκος πρόεδρος δεν είχε στρέψει τον αναθεωρητισμό του ευθέως κατά της Ελλάδας, μέχρι την παραμονή της επίσκεψής του. Το ότι πρόκειται για βολονταριστική αταξία, και όχι ακόμη για κατασταλαγμένη στρατηγική, φάνηκε από το γεγονός ότι μέσα σε λίγες ώρες αμφισβήτησε τη συνθήκη της Λωζάννης με τουλάχιστον τρεις ασύμβατους τρόπους – πότε βάζοντας θέμα συνόρων, πότε αναθεώρησης στα θέματα θρησκευτικής ελευθερίας και πότε ορθής εφαρμογής και αμοιβαιότητας. Το άλμα στον πρώιμο 20ό αιώνα τράβηξε και την ελληνική πλευρά. Την παρέσυρε στην αποσιώπηση της πιο επείγουσας απειλής: Της χρήσης του προσφυγικού κύματος ως «βαλλιστικού» όπλου όχι για μόνο κατά της Ελλάδας, αλλά και για την αποσταθεροποίηση της Δύσης.

Γιάννης Δραγασάκης
Τα «παιδιά» και οι παιδαγωγοί

​​Θα μπορούσε να είναι μια κουβέντα δολίως αποκομμένη από τα συμφραζόμενά της. «Δικά μας παιδιά είναι κι αυτά», είπε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, αναφερόμενους στους υποστηρικτές των καταδικασμένων για τρομοκρατία που, λίγα λεπτά πριν, είχαν εισβάλει στην κομματική εκδήλωση. Τα συμφραζόμενα, όμως, είναι που πολιτικοποιούν την πατρική στοργή του Δραγασάκη. Προτού τους υιοθετήσει, είχε απολογηθεί στα «παιδιά» εκ μέρους της κυβέρνησης που «έχει κάνει ήδη πολλά στον τομέα του σωφρονιστικού συστήματος». Αν δεν συνέπιπτε με την επέτειο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, η ατάκα θα είχε περάσει απαρατήρητη μέσα στην κοινοτοπία της. Η επέτειος, όμως, φέτος ήταν ξεχωριστή.

Η κριτική στη δραστηριότητα των «παιδιών» χαρακτηρίζεται από δύο αντίρροπες υπερβολές. Υπάρχουν κάποιοι που την υποτιμούν και κάποιοι που την υπερεκτιμούν. Την υποτιμούν όσοι την ταυτίζουν με τον χουλιγκανισμό, περιορίζοντάς την έτσι σε αστυνομικό πρόβλημα. Οσοι καίνε δεν είναι (μόνο) πυρομανείς. Οσοι εκσφενδονίζουν φωτοβολίδες κατά περαστικών δεν το κάνουν από σαδισμό. Αυτού του είδους η οργανωμένη βία έχει πάντα ανάγκη από κάποιο ιδεολογικό υπόβαθρο. Αυτό ακριβώς το υπόβαθρο υπερεκτιμούν όσοι το βαπτίζουν κυρίαρχο και στρατεύονται κατά της «ηγεμονίας» του. Στην πραγματικότητα, η πολιτική οικογένεια του Δραγασάκη, που τον Δεκέμβριο του 2008 είχε τυπώσει μέχρι και ημερολόγια, φετιχοποιώντας τη φλεγόμενη πόλη, έχει πριονίσει την εικαζόμενη «ιδεολογική ηγεμονία». Πώς; Στερώντας από τα «παιδιά» τον εχθρό τους. Θέτοντας τη δράση τους υπό την αιγίδα της κυβερνήσεως. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί τι έγινε φέτος: Αυτό που πριν από εννιά χρόνια λιβανιζόταν ως εξέγερση, φέτος δεν θα είχε καν εκδηλωθεί αν δεν είχε παθητικό σπόνσορα την αποσυρμένη δημόσια δύναμη. Η «εξέγερση» αναπαραστάθηκε τελετουργικά ως ημιεπίσημη εορτή για την πολεμική αρετή της Αριστεράς. Ναι, η βία αυτή είναι πολιτική. Αλλά και πολιτικώς εκφυλισμένη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ