ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Η τεχνολογία δεν αρκεί στο κυνήγι των fake news»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Η έρευνά μας βοηθάει χρήστες του Διαδικτύου, ιδίως δημοσιογράφους, να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα για την αξιοπιστία των ειδήσεων», λέει ο κ. Μεταξάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχουν τρόποι να εντοπίσουμε και να προστατευθούμε από τις «ψευδείς ειδήσεις»; Σε τι βαθμό μπορεί να βοηθήσει η τεχνολογία και πού υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας; Η «Κ» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει για τα άκρως επίκαιρα αυτά θέματα με τον Παναγιώτη Μεταξά, καθηγητή της Επιστήμης των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο πανεπιστήμιο Wellesley στις ΗΠΑ, που ειδικεύεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πώς αυτά συμβάλλουν στην άμβλυνση της διάκρισης μεταξύ γεγονότων και προπαγάνδας. 

Οπως αναφέρει ο καθηγητής Μεταξάς, η ερευνητική του ομάδα μελετά εδώ και δεκαπέντε χρόνια «τη δύναμη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να διαμορφώνουν πολιτικά γεγονότα». Με επιστημονικά τους άρθρα, ήδη από το 2002, αναδείκνυαν την τάση των αναγνωστών να μην μπορούν να διαχωρίσουν μεταξύ αξιόπιστων και αναξιόπιστων πηγών στα Διαδίκτυο. «Είναι ειρωνικό το ότι φτάσαμε στο 2016 και μας προκάλεσε έκπληξη στις ΗΠΑ η επιτυχία των προπαγανδιστών μέσα από το Facebook», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ενα από τα κύρια εργαλεία που έχουν αναπτύξει ο καθηγητής του Wellesley και η ομάδα του για την καταπολέμηση του φαινομένου της διαδικτυακής παραπληροφόρησης είναι το TwitterTrails.com. «Είναι ένα εργαλείο που μετράει το πώς εξαπλώνονται οι φήμες και οι “ψευδείς ειδήσεις” μέσω του Twitter», εξηγεί. «Η έρευνά μας βοηθά τους χρήστες του Διαδικτύου, και ιδίως τους δημοσιογράφους, να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία των ειδήσεων».

Οπως σημειώνει ο κ. Μεταξάς, οι «ψευδείς ειδήσεις» που καταφέρνουν να έχουν ευρεία αποδοχή «διαδίδονται λόγω μιας σειράς παραγόντων. Καθοριστική παράμετρος είναι το γεγονός πως οι χρήστες εφαρμόζουν ασυνείδητα ένα αποτελεσματικό μοντέλο για να εμπιστευθούν μια είδηση. Στις μέρες μας, οι μηχανές αναζήτησης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμφανίζουν αποτελέσματα, άρθρα κ.λπ., συντάκτης των οποίων θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε – συμπεριλαμβανομένων ατόμων χωρίς γνώση του αντικειμένου αλλά και προπαγανδιστών. Η γνώμη του καθενός φαίνεται να είναι το ίδιο αξιόπιστη με την καταγραφή πραγματικών γεγονότων, μόνο και μόνο επειδή εμφανίζονται γραπτώς στο Διαδίκτυο», χωρίς κάτι να τα διαχωρίζει.

Οι «θάλαμοι αντήχησης» (echo chambers) του Διαδικτύου –δίκτυα επικοινωνίας μεταξύ ατόμων με τις ίδιες απόψεις– ενισχύουν το φαινόμενο των «ψευδών ειδήσεων», προσθέτει ο κ. Μεταξάς, ειδικά αυτών που συμπλέουν με τις πεποιθήσεις των χρηστών, καθώς δεν υπάρχουν αντίρροπες φωνές που θα τις αμφισβητήσουν.
Θα μπορούσε, ωστόσο, κάποιος μελετώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να εξάγει συμπεράσματα και να κάνει προβλέψεις, π.χ. για το αποτέλεσμα εκλογικών αναμετρήσεων; «Για κάποιο διάστημα στις αρχές της δεκαετίας του 2010 υπήρχε η ελπίδα αυτή», απαντά.  «Ανακαλύψαμε όμως ότι δεν είναι εφικτό. Αν τα μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούσαν να προβλέπουν τα εκλογικά αποτελέσματα, θα υπήρχε τεράστιο ενδιαφέρον από τους προπαγανδιστές να αλλοιώσουν τα μηνύματα ώστε να μην είναι δυνατόν να προβλεφθούν τα αποτελέσματα».

Ο καθηγητής Μεταξάς παρουσιάζει μια τέτοια στρατηγική επίδρασης στο εκλογικό αποτέλεσμα που έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως: το λεγόμενο Twitter Bomb. Πρόκειται, εξηγεί, για ψεύτικους λογαριασμούς (bots), που κάνουν συνεχείς αναρτήσεις και εμπλέκονται σε συνομιλίες σχετικά με την εκάστοτε εκλογική αναμέτρηση. «Εάν παρατηρήσετε πως σε μια ανάρτηση στο Twitter που έχετε κάνει, να σας έχει απαντήσει κάποιος από έναν λογαριασμό που δεν σας ακολουθεί, τότε μπορεί να έχετε στοχοποιηθεί από ένα Twitter Bomb», εξηγεί. «Με το Twitter Trails έχουμε προσπαθήσει να εντοπίζουμε αυτομάτως τέτοιου είδους φαινόμενα, αλλά μέρα με τη μέρα εξελίσσονται ολοένα και περισσότερο. Και επειδή δεν χρησιμοποιούν hashtags ή λέξεις-κλειδιά, δεν είναι εύκολο να τα εντοπίσουμε».

Κάνουν αρκετά οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες –Google, Facebook, Twitter– για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα; «Είναι εύκολο και ίσως ελκυστικό να αντιμετωπίζει κανείς ένα κοινωνικό πρόβλημα απλά ως πρόβλημα τεχνολογίας, και να πιστέψει ότι η λύση θα έρθει αποκλειστικά από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Αλλά η τεχνολογία δεν φτάνει», λέει ο καθηγητής του Wellesley, τονίζοντας ότι μπορεί και να επιτείνει το πρόβλημα. «Για παράδειγμα, υπάρχουν σήμερα τεχνολογίες κινηματογράφου οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν βίντεο που να περιγράφουν μια εντελώς φανταστική σκηνή. Σε ένα πρόσφατο παράδειγμα υπολογιστές μπόρεσαν να φτιάξουν ένα βίντεο με τον Ομπάμα, στο οποίο λέει πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα δεν είπε ποτέ».

Η αντιμετώπιση

Για τον κ. Μεταξά υπάρχουν κάποιοι βασικοί παράγοντες που θα συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της έξαρσης των «ψευδών ειδήσεων». «Πρώτον, πρέπει να εκμεταλλευθούμε την εμπειρία επαγγελματιών που εξειδικεύονται στην αναγνώριση ποιοτικών πηγών πληροφοριών, όπως οι βιβλιοθηκονόμοι. Οι εταιρείες τεχνολογίας έχουν αρχίσει να παρέχουν αξιολογήσεις αξιοπιστίας στα άρθρα που εμφανίζονται στις σελίδες τους, με τη συμβολή μη κερδοσκοπικών οργανισμών με τέτοιου τύπου ειδικούς. Αν αυτοί οι οργανισμοί κερδίσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου, η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί».

Ωστόσο, όπως αναφέρει, «δεν γίνεται να εναποθέσουμε όλες τις ελπίδες μας αποκλειστικά σε κάποιους τρίτους, όσο αξιόπιστοι και αν είναι αυτοί. Ενα μεγάλο μερίδιο ευθύνης ανήκει σε εμάς, ως χρήστες του Διαδικτύου. Για να επιβιώσει κανείς και να διαπρέψει τον 21ο αιώνα, δεν αρκεί να ξέρει να γράφει, να διαβάζει και να κάνει βασικά μαθηματικά. Στο μέλλον, οι απαραίτητες εκπαιδευτικές ικανότητες συμπεριλαμβάνουν την ανάγκη να αντιληφθούμε τη σημασία δύο ακόμα παραγόντων: της κριτικής σκέψης και των προσωπικών μας προκαταλήψεων».

Ο κ. Μεταξάς παραδέχεται ότι η χρήση της επιστημονικής μεθόδου στην επεξεργασία των πληροφοριών με τις οποίες καθημερινά βομβαρδιζόμαστε είναι κάτι «κουραστικό και το αποφεύγουμε όταν μπορούμε». Επιμένει, όμως, ότι η χρήση της, «η κατανόηση του εαυτού μας», των στερεοτύπων των οποίων είμαστε δέσμιοι και που καθοδηγούν πώς προσλαμβάνουμε τον κόσμο, είναι κρίσιμης σημασίας για να μειώσουμε την πιθανότητα να υπάρξουμε θύματα παραπληροφόρησης. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ