Ground Euro

GROUND EURO

«Η Ελλάδα παραμένει ειδική περίπτωση»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε πρόσφατη επίσκεψη στη Γερμανία, η «Κ» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με δύο από τα πέντε μέλη του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της γερμανικής κυβέρνησης. Βρεθήκαμε με τον Λαρς Φελντ και τον Βόλκερ Βίλαντ στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Goethe της Φρανκφούρτης, λίγο πριν την εκδήλωση για την ελληνική οικονομία που διοργανώθηκε υπό την αιγίδα του Ινστιτούτου Νομισματικής και Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, του οποίου επικεφαλής είναι ο Βίλαντ. Στην ατζέντα βρέθηκαν η Ελλάδα, η Ευρωζώνη, αλλά και οι προοπτικές των μεταρρυθμίσεων στη Γερμανία, που αμφότεροι παραδέχθηκαν ότι ατόνησαν στις μέρες της απερχόμενης κυβέρνησης.

«Η δική μου προτίμηση θα ήταν να μην έβγαινε φέτος η Ελλάδα στις αγορές, αλλά να υπέγραφε ένα μικρότερο, τέταρτο πρόγραμμα  για τρία ακόμα χρόνια» δηλώνει ο Φελντ. «Αυτό θα ήταν καλύτερο τόσο για τη Γερμανία, όσο και για την Ελλάδα. Το κόστος δανεισμού θα ήταν πολύ χαμηλότερο, με αποτέλεσμα να μην είναι απαραίτητη μία περαιτέρω αναδιάρθρωση. Παράλληλα, θα διατηρούνταν η εποπτεία επί των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».  Η αντίδραση του υπουργείου Οικονομικών στην πρότασή του, σημειώνει πάντως, «δεν ήταν καθόλου θετική».

Οι Λαρς Φελντ (αριστερά) και Βόλερ Βίλαντ

Οπως αφηγείται ο Φελντ, ήδη από τις αρχές του 2011, όταν ήταν ακόμα υποψήφιο μέλος του Συμβουλίου, έλεγε ότι πρέπει άμεσα να αναδιαρθρωθεί το ελληνικό χρέος (μάλιστα, όπως είπε στην ομιλία του μετά τη συνάντησή μας, η άποψή του αυτή οδήγησε σε ένα αυστηρό τηλεφώνημα από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε). «Αν η αναδιάρθρωση είχε γίνει νωρίτερα θα ήταν πολύ καλύτερα». Η Ελλάδα, εκτιμά, «παραμένει ειδική περίπτωση» και «έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Ο βασικός λόγος που, όπως λέει, ποτέ δεν υποστήριξε την ιδέα του Grexit είναι ότι η έξοδος από το ευρώ «δεν θα βοηθούσε την Ελλάδα να ξεπεράσει τις διαρθρωτικές της παθογένειες».

Σχετικά με την Ευρωζώνη, ο Φελντ δηλώνει «πολύ επιφυλακτικός» απέναντι στην ιδέα ενός νέου προϋπολογισμού και ενός υπουργού Οικονομικών της Ευρωζώνης. «Ο βαθμός στον οποίο μία οικονομία πλήττεται από μία ευρύτερη κρίση συνήθως εξαρτάται από τη δομή της. Συνεπώς τέτοιοι μηχανισμοί [σαν αυτούς που προτείνει ο κ. Μακρόν] θα τείνουν να μετατραπούν σε μόνιμες μεταβιβάσεις», τονίζει. Επικαλείται μάλιστα το Ταμείο Εξαγοράς Χρέους που είχε προτείνει το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων στα τέλη του 2011 (https://www.sachverstaendigenrat-wirtschaft.de/a-european-redemption-pact.0.html), το οποίο θα αμοιβαιοποιούσε μέρος των χρεών των κρατών-μελών της Ευρωζώνης για μία ορισμένη χρονική περίοδο σε αντάλλαγμα με προγράμματα δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία. Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, σημειώνει, έδειξαν ενδιαφέρον μόνο για το κομμάτι της αμοιβαιοποίησης του χρέους – και όχι για τα μέτρα που θα το συνόδευαν.

Ο Βίλαντ, από την πλευρά του, στρέφει τα βέλη του στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μετά από γαλλική πρωτοβουλία, για την απόσπαση εργαζομένων σε διαφορετικές χώρες της Ε.Ε. (http://www.consilium.europa.eu/el/press/press-releases/2017/10/23/epsco-posting-of-workers/) Η απαίτηση να πληρώνονται βάσει της εργασιακής νομοθεσίας της χώρας στην οποία αποσπώνται, εξηγεί, «αποτελεί στην ουσία ένα μέτρο προστατευτισμού, που δυσχεραίνει τη δυνατότητα ξένων εταιρειών από χώρες με χαμηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ να ανταγωνιστούν με τους εγχώριους παίκτες. Άρα υπονομεύει την κοινή αγορά και δυσχεραίνει την πραγματική σύγκλιση μεταξύ των κρατών-μελών».

Το γερμανικό μέτωπο

Στη Γερμανία, αν υπάρξει ένας νέος Μεγάλος Συνασπισμός, η συμβουλή του Φελντ (η οποία θυμίζει κάτι από Ομπάμα) είναι: «Μην κάνετε ανόητα πράγματα». Για παράδειγμα; «Η μερική αναστροφή της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, η αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης στις συντάξεις, αυξημένες δημόσιες δαπάνες σε μία περίοδο που η οικονομία κινδυνεύει με υπερθέρμανση...» Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, όπως λέει, οι υποκινητές της ανοησίας είναι το SPD. Ο Βίλαντ, στην ίδια γραμμή, σημειώνει ότι «είχαν υπάρξει παρεμβάσεις [στο συνταξιοδοτικό] στη σωστή κατεύθυνση, αλλά η τελευταία κυβέρνηση κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση».

Στην ψηφιακή πολιτική, ο Βίλαντ παραδέχεται ότι απαιτούνται δημόσιες επενδύσεις για την αναβάθμιση των υποδομών της Γερμανίας, αλλά τονίζει ότι «δεν είναι το μόνο πράγμα που απαιτείται, ούτε το πιο σημαντικό», για την ψηφιακή αναβάθμιση της γερμανικής οικονομίας. Μιλώντας εξ ονόματος του Συμβουλίου, προσθέτει: «Θεωρούμε γενικότερα ότι όλη αυτή η συζήτηση για την ανάγκη δημόσιων επενδύσεων στις υποδομές έχει σημαντικά στοιχεία υπερβολής. Οι ανάγκες για νέες δημόσιες επενδύσεις, όπως τις υπολογίζουμε, μπορούν να καλυφθούν από τον προϋπολογισμό χωρίς να δημιουργηθούν νέα χρέη».  

Μιλώντας για την ενεργειακή πολιτική, ένα από τα θέματα στα όποια σκόνταψαν οι διαπραγματεύσεις για την «Τζαμάικα», σημειώνει ότι «η επιδότηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν είναι αποτελεσματική». Μεταξύ άλλων, εξηγεί, μειώνοντας την τιμή του άνθρακα πριμοδοτεί τη συνεχιζόμενη χρήση λιγνίτη, ενώ καθιστά μη βιώσιμα τα εργοστάσια φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα «να μην πετυχαίνουμε τους στόχους μείωσης εκπομπών». «Ο σωστός τρόπος περιορισμού των εκπομπών άνθρακα είναι το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων, που πρέπει να επεκταθεί , πέραν της ηλεκτροπαραγωγής, στη θέρμανση και στις μεταφορές», καταλήγει.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ