ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ελλειμμα εμπιστοσύνης από το πρώτο μέχρι το τελευταίο μνημόνιο

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Τον Ιούνιο του 2012, ο Αντώνης Σαμαράς είχε γίνει πρωθυπουργός και ήδη τον Ιούλιο που επέστρεψαν τα κλιμάκια στην Αθήνα, με στόχο να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και να καταβληθεί η δόση, είχε εγκαταλείψει τα προγράμματα του Ζαππείου και διαπραγματευόταν εντός του πλαισίου που έθετε το μνημόνιο με τους πιστωτές. Παρά την ανακούφιση για τη μετεκλογική στροφή της Ν.Δ. στον ρεαλισμό, υπήρχε έντονος προβληματισμός. «Πώς να εμπιστευτείς κάποιον που άλλα έλεγε πριν από μερικές ημέρες και άλλα σήμερα; Πώς μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν θα κάνει κάτι άλλο αύριο;» έλεγε τότε υψηλόβαθμο στέλεχος της τρόικας. Αν ίσχυε αυτό το 2012 με τον Σαμαρά, ισχύει ακόμη περισσότερο σήμερα με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα.

Από το 2010, οι επίσημοι πιστωτές και οι εκπρόσωποί τους, τα στελέχη της τρόικας, έδειξαν εμπιστοσύνη, σποραδικά, σε κάποιους από τους διαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς. Δεν είχαν και εξακολουθούν να μην έχουν καμία εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις και στο πολιτικό σύστημα της Αθήνας. Η αμφιβολία για τη βούληση των ελληνικών κυβερνήσεων να υλοποιήσουν τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις που συμφωνούνταν ήταν διάχυτη σε όλα τα μνημόνια και στις επικαιροποιήσεις τους. Σε όλα υπήρχε μία παράγραφος για τη σημασία που έχει η «ιδιοκτησία» του προγράμματος και σε πολλά σημεία αναφερόταν ρητά πως όποια αλλαγή θα πρέπει να έχει συμφωνηθεί προηγουμένως με την τρόικα. Ενέκριναν μία δόση επί της αρχής, στη συνέχεια την τεμάχιζαν σε δύο - τρεις «υποδόσεις», οι οποίες καταβάλλονταν μόνον αφού είχαν εφαρμοστεί συγκεκριμένα προαπαιτούμενα. Κάποτε μια «υποδόση» καθυστέρησε γιατί στην τότε Γενική Γραμματεία Εσόδων είχαν προσληφθεί 189 υπάλληλοι αντί των 200 που προέβλεπε το μνημόνιο. Μια γραφειοκρατική καθυστέρηση στην πρόσληψη 11 υπαλλήλων ερμηνεύθηκε ως μία ακόμη προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να υπονομεύσει τη σύσταση ανεξάρτητης αρχής δημοσίων εσόδων.

Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης διαπνέει το τελευταίο επικαιροποιημένο μνημόνιο που δημοσίευσε η «Καθημερινή» της Κυριακής. Κοιτάζοντας κάποιος τον όγκο των προαπαιτουμένων και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους, αντιλαμβάνεται πως πρόθεση των πιστωτών είναι να μην υπάρχει καμία εκκρεμότητα όταν θα λήξει το πρόγραμμα, τον Αύγουστο του 2018. Μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδότησης (και επειδή δεν πρόκειται να υπάρξει άλλο), ενδέχεται να μην έχουν κανένα νομικό εργαλείο (καμία δανειακή σύμβαση) με το οποίο θα δεσμεύουν την ελληνική κυβέρνηση για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Εάν υπάρξει κάποιου είδους conditionality, θα συνδέεται με την ελάφρυνση του χρέους. Ωστόσο, η ελάφρυνση του χρέους είναι πιθανή, αλλά δεν είναι σίγουρη. Το Eurogroup έχει πει πως θα υπάρξει «εάν κριθεί αναγκαία». Η τελική απόφαση θα είναι κατεξοχήν πολιτική και θα ληφθεί στη βάση των πολιτικών συνθηκών εκείνης της στιγμής σε έναν μικρό αριθμό ευρωπαϊκών πρωτευουσών, και κυρίως στο Βερολίνο.

Δεδομένης αυτής της αβεβαιότητας, οι θεσμοί δουλεύουν με το σενάριο πως δεν θα έχουν εργαλεία επιβολής των μεταρρυθμίσεων μετά τον Αύγουστο. Γι’ αυτό και ζητούν να γίνουν όλα έως τότε, ώστε να μας πουν: «Εμείς ό,τι μπορούσαμε να κάνουμε, το κάναμε. Από δω και πέρα, αν θέλετε να συνεχίσετε τις μεταρρυθμίσεις πάει καλά. Αν δεν θέλετε, θα δανείζεστε από τις αγορές με 5% και 6% για όσο αντέξετε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ