ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Από τη Ρωσία με αγάπη και... διπλωματία

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Πατριαρχικά εγκόλπια από ελεφαντόδοντο με ρωσικές παραστάσεις δωρίζονταν σε Ελληνες ιεράρχες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O διάσημος χρυσοχόος της τσαρικής Μόσχας Κοσμά Κόνοφ δημιούργησε τα περίτεχνα σχέδια που κοσμούν τον Εσταυρωμένο στον σταυρό από ελεφαντόδοντο που δώρισε ο τσάρος Νικόλαος Β΄ στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, τον επονομαζόμενο και Μεγαλοπρεπή. Σχεδόν έναν αιώνα πριν, η Μεγάλη Αικατερίνη είχε χαρίσει στον Νικηφόρο Θεοτόκη ένα αντιμήνσιο με ιερές παραστάσεις και ήδη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου θρησκευτικές εικόνες και κειμήλια δωρίζονταν σε λατρευτικά κέντρα στην ορθόδοξη Ελλάδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ορισμένα από τα ιερά κειμήλια που παρουσιάζονται στην έκθεση «Θρησκευτική τέχνη από τη Ρωσία και την Ελλάδα» στο Μουσείο Μπενάκη αποτελούν ένα δείγμα της θρησκευτικής διπλωματίας και των πολιτικών δώρων που χάριζαν οι τσάροι προκειμένου να διατηρήσουν τη ρωσική επιρροή και τις καλές σχέσεις με τους ομόδοξους Ελληνες ιεράρχες.

Η έκθεση του μουσείου είναι καρπός της πενταετούς έρευνας του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών-ΙΤΕ για τη ρωσική θρησκευτική τέχνη στην Ελλάδα και καλύπτει την περίοδο από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Τα περίπου 60 εκθέματα που παρουσιάζονται προέρχονται από τη συλλογή του Μπενάκη, αλλά κυρίως από μονές της ηπειρωτικής Ελλάδας και νησιών που ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία, όπως η Λέσβος, η Χίος, η Κεφαλονιά, η Κέρκυρα αλλά και η Πάτμος, όπου η ερευνήτρια του Ινστιτούτου, Γιουλιάνα Μπόιτσεβα, ανακάλυψε συγκεντρωμένο και «αμετακίνητο» για αιώνες ένα σπάνιο θρησκευτικό υλικό ρωσικής καταγωγής. «Σκοπός μας ήταν να μάθουμε πώς έφτασαν αυτά τα έργα στην Ελλάδα, πώς τα υποδέχθηκαν οι τοπικές κοινότητες και ποια ήταν η εξέλιξή τους, καθώς ορισμένα παραμένουν λειτουργικά, ενώ άλλα περιήλθαν σε συλλέκτες και κατέληξαν σε μουσεία», σημειώνει η κ. Μπόιτσεβα.

Οπως προκύπτει από την έρευνα του Ινστιτούτου, για την οποία γίνεται προσπάθεια να επεκταθεί σε περισσότερα σημεία ενδιαφέροντος και στις ρωσικές μονές του Αγίου Ορους, η θρησκευτική τέχνη από τη Ρωσία έφτανε σε ελληνικό έδαφος είτε ως πολιτική πράξη ή ως «κρασνούσκα», δηλαδή ως μαζική παραγωγή καθημερινών θρησκευτικών «κόκκινων εικόνων», που ονομάστηκαν έτσι εξαιτίας του χαρακτηριστικού κοκκινωπού πλαισίου τους.

Η Ρωσία ήταν για τους εμπόρους και τους ναυτικούς της εποχής πεδίον δόξης λαμπρόν μάς λέει ο ιστορικός και μέχρι πρότινος διευθυντής του Ινστιτούτου, Χρήστος Χατζηιωσήφ, και οι εξαγωγείς σιτηρών από τα ρωσικά εδάφη κουβαλούσαν μαζί τους εικόνες θρησκευτικών παραστάσεων για την Ελλάδα, με συχνότερες αυτές της Παναγίας. Πολλές φορές η ευρωπαϊκή θρησκευτική τεχνοτροπία «περνούσε» στη Ρωσία, έπαιρνε ρωσικά χαρακτηριστικά και έπειτα ερχόταν στην Ελλάδα όπου λογίζονταν ως αμιγώς ρωσική, ενώ ορισμένες φορές γινόταν και λάθος ανάγνωση της θρησκευτικής παράστασης. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα που ανέφεραν οι ερευνητές είναι η Στέψη της Θεοτόκου, η οποία «αναγνωρίστηκε» ως Αγία Τριάδα και λατρεύεται ως τέτοια στον ομώνυμο ναό της Λέσβου.

Αγνωστη γη

«Για τους μελετητές της βυζαντινής ιστορίας τα ρωσικά θρησκευτικά έργα είναι μια terra incognita», σημείωσε η Αναστασία Δρανδάκη, επιμελήτρια των βυζαντινών συλλογών του Μουσείου Μπενάκη. Μάλιστα η αμφιπρόσωπη εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, που βρίσκεται στο Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο, είναι έργο Ρώσου καλλιτέχνη, ενώ ο ίδιος ο κ.κ. Ιερώνυμος μεσολάβησε για την απόκτηση των ιερών κειμηλίων και την υλοποίηση της έκθεσης.

​​Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1), έως 11/2.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ